Ἐπαινετῶς ἐπανουργεύσαντο αἱ μαῖαι περιποιούμεναι τὰ ἄῤῥενα τῶν Ἑβραίων. Καλὴ πανουργία Ῥεβέκκας τὴν μεγάλην εὐλογίαν τῷ υἱῷ προξενούσης. Καλῶς ἐπανουργεύσατο Ῥαάβ· καλῶς Ῥαχήλ· ἡ μὲν τοὺς κατασκόπους περισωσαμένη, ἡ δὲ τὸν πατέρα κατασοφισαμένη, καὶ τῆς εἰδωλολατρείας ἐλευθερώσασα. Πονηρῶς κατεπανουργεύσαντο τοὺς Ἰσραηλίτας οἱ Γαβαωνῖται. Πονηρὰ πανουργία τοῦ Ἀβεσσαλὼμ ἐν σχήματι ἐπιεικείας ὑπαγομένου τοὺς ὑπηκόους, καὶ πλῆθος ἀποστατῶν συναθροίσαντος εἰς ἐπιβουλὴν τοῦ πατρός. Ἐγκαλοῦνται δέ τινες, ὡς καὶ ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ καταπανουργευσάμενοι γνώμην. Ἐνταῦθα μέντοι τὴν ἐπ᾽ ὠφελείᾳ παραλαμβανομένην πανουργίαν ὁ λόγος ἐγκρίνει, οἱονεὶ ὅπλον οὖσαν πρὸς τὰ τοῦ βίου πράγματα, καὶ ὀχυροῦσαν δι᾽ ἑαυτῆς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστέρων.
Μετάφραση
Αξιέπαινα ενήργησαν με πανουργία οι μαίες, διασώζοντας τα αρσενικά βρέφη των Εβραίων. Καλή ήταν η πανουργία της Ρεβέκκας, η οποία εξασφάλισε τη μεγάλη ευλογία στον υιό της. Καλώς ενήργησε με πανουργία η Ραάβ· καλώς και η Ραχήλ· η πρώτη διασώζοντας τους κατασκόπους, και η δεύτερη ξεγελώντας τον πατέρα της και ελευθερώνοντάς τον από την ειδωλολατρία. Με πονηρό τρόπο εξαπάτησαν οι Γαβαωνίτες τους Ισραηλίτες. Πονηρή ήταν η πανουργία του Αβεσσαλώμ, ο οποίος με το πρόσχημα της επιείκειας προσεταιρίστηκε τους υπηκόους, και συγκέντρωσε πλήθος αποστατών προκειμένου να επιβουλευθεί τον πατέρα του. Ελέγχονται δε κάποιοι, επειδή συνέλαβαν πανούργο σχέδιο εναντίον του λαού του Θεού. Εδώ, ωστόσο, ο λόγος εγκρίνει την πανουργία που χρησιμοποιείται προς ωφέλεια, θεωρώντας την ως ένα όπλο απέναντι στις καταστάσεις της ζωής, το οποίο οχυρώνει από μόνο του τις ψυχές των πιο απλοϊκών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες