Δέομαι δὲ καὶ ἱκετεύω ἐλέου τοῦ παρὰ σοῦ τυχεῖν, καὶ αὕτη μού ἐστιν ἡ διηνεκὴς προσευχή. Ἀντὶ γοῦν τοῦ, ὅλην τὴν ἡμέραν, ὁ Σύμμαχος ἐξέδωκεν, Ὅτι πρὸς σὲ βοῶν καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν. Οὐ γὰρ πρὸς μίαν ἡμέραν δεῖ τῇ προσευχῇ σχολάζειν, ἀλλὰ διὰ πάσης τῆς ἑαυτῶν ζωῆς. Καὶ ἐπειδήπερ ἐπ᾽ οὐδενὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων ἔχαιρε μέγα, ἠξίου διὰ τῆς προσευχῆς παρασχεθῆναι αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο δὲ ἦν τὸ εὐφροσύνης τῆς παρ᾽ αὐτῷ τῷ Θεῷ καταξιωθῆναι τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν· τὸ μὲν γὰρ σῶμα ἑαυτοῦ καὶ τὴν σάρκα τοῖς σωματικοῖς χαίρειν ἠπίστατο. Διὸ ταῦτα μὲν παραιτεῖται· μόνην δὲ τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ εὐφροσύνην αἰτεῖ τῆς κατὰ ψυχὴν τρυφῆς μεταποιούμενος. Εἰδὼς δὲ, ὅτι οὐ πάντων ἐστὶ δύνασθαι ταύτης τυχεῖν ἀλλ᾽ ἢ τῶν μακρυνόντων μὲν ἑαυτοὺς τοῦ θνητοῦ βίου καὶ τῶν σωματικῶν ἐπιθυμιῶν, μόνῳ δὲ αὐτῷ τῷ Θεῷ τῇ διανοίᾳ καὶ τοῖς λογισμοῖς πλησιαζόντων, εἰκότως ἐπιλέγει, Ὅτι πρὸς σὲ, Κύριε, τὴν ψυχήν μου ἦρα. Ὅτι σὺ, Κύριε, χρηστὸς καὶ ἐπιεικὴς καὶ πολυέλεος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε. Ἀντὶ τοῦ, καὶ ἐπιεικὴς, ὁ μὲν Ἀκύλας καὶ Θεοδοτίων, καὶ ἱλαστὴς, εἰρήκασιν· ὁ δὲ Σύμμαχος, καὶ ἀφίων.
Μετάφραση
Παρακαλώ δε και ικετεύω να τύχω του δικού σου ελέους, και αυτή είναι η αδιάλειπτη προσευχή μου. Αντί λοιπόν του «όλη την ημέρα», ο Σύμμαχος απέδωσε: «Διότι προς εσένα βοώ κάθε ημέρα». Διότι δεν πρέπει να αφοσιωνόμαστε στην προσευχή μόνο για μία ημέρα, αλλά σε όλη μας τη ζωή. Και επειδή ακριβώς δεν χαιρόταν υπερβολικά με κανένα από τα ανθρώπινα πράγματα, ζητούσε να του παραχωρηθεί αυτό από τον Θεό μέσω της προσευχής· και αυτό συνίστατο στο να αξιωθεί η ψυχή του την ευφροσύνη που πηγάζει από τον ίδιο τον Θεό. Διότι γνώριζε καλά ότι το σώμα του και η σάρκα χαίρονται με τα σωματικά. Γι' αυτόν τον λόγο τα απορρίπτει· και ζητά μόνο την ευφροσύνη του Θεού, επιδιώκοντας την πνευματική τρυφή. Γνωρίζοντας δε ότι δεν είναι ίδιον όλων να μπορούν να την αποκτήσουν, παρά μόνο εκείνων που απομακρύνουν τους εαυτούς τους από τον θνητό βίο και τις σωματικές επιθυμίες, και πλησιάζουν μόνο τον ίδιο τον Θεό με τη διάνοια και τους λογισμούς, εύλογα προσθέτει: «Διότι προς εσένα, Κύριε, ύψωσα την ψυχή μου. Διότι εσύ, Κύριε, είσαι αγαθός και επιεικής και πολυέλεος σε όλους όσοι σε επικαλούνται». Αντί του «και επιεικής», ο μεν Ακύλας και ο Θεοδοτίων είπαν «και ιλαστής», ενώ ο Σύμμαχος «και αφίων».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες