Ὅτε οὖν ὁ καιρὸς τοῦ πάθους ἔφθασε, τότε οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες, οἱ δαίμονες καὶ ὁ ἀρχέκακος μετὰ Ἡρῴδου καὶ Πιλάτου κατὰ τοῦ Χριστοῦ συνήχθησαν. 〈Παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ κυρίου καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ. Καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό.〉 Πότε; Ὅτε οἱ δισχίλιοι δαίμονες καὶ ὁ λεγεὼν εἰς ἕνα ἄνθρωπον εἰσελθόντες ᾤκησαν. Τὸ οὖν Ἵνα 〈τί ἐφρύαξαν ἔθνη,〉 ἀντὶ τοῦ· Διὰ τί ὑπερηφανίαν καὶ ὀφρύωσιν τὰ ἔθνη ἐφόρεσαν; Ποῖα 〈ἔθνη καὶ λαοί;〉 Καὶ πότε μάλιστα 〈ἐμελέτησαν κενά;〉 Ὅτε Ἰουδαῖοι καὶ τὰ ἔθνη, Ἡρῴδης τε καὶ Πόντιος Πιλᾶτος καὶ ἡ κουστωδία καὶ οἱ στρατιῶται, ὡς νεκρὸν ἐτήρουν τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἐν νεκροῖς ἐλεύθερον. Ζῶντι ἐπολέμησαν καὶ ὑπὸ νεκροῦ ἡττήθησαν. 〈Ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη;〉 Ἵνα τί νεκρὸν τηρῆσαι οὐκ ἴσχυσαν, νεκρὸν λεγόμενον, θεὸν δὲ φαινόμενον, ὅτε τὸν λίθον ἐσφράγισαν καὶ τὴν πέτραν οὐκ ἐκράτησαν; 〈Ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη;〉 Τὴν θήκην ἠσφαλίσαντο καὶ τὴν ἐνθήκην οὐ κατέσχον. 〈Ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη;〉 Ὁ γὰρ θάνατος, τότε κρατῶν τὴν ἀνάστασιν, ἠτόνησε καὶ ὁ τάφος, παρακαταθήκην τὸ σῶμα λαβών, φοβηθεὶς ὅτι τὸν θησαυρὸν τοῦ πατρὸς ὑπεδέξατο, τὴν παρακαταθήκην μετὰ φόβου ἀπέδωκεν. 〈Ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη;〉 Καὶ στρατιῶται μὲν τὸν λίθον ὡς λίθοι ἐφύλαττον· ἄγγελοι δὲ τὸ μνημεῖον θεοῦ τάφον ἔδειξαν.
Μετάφραση
Όταν, λοιπόν, έφτασε ο καιρός του πάθους, τότε οι βασιλείς και οι άρχοντες, οι δαίμονες και ο αρχέκακος μαζί με τον Ηρώδη και τον Πιλάτο συγκεντρώθηκαν εναντίον του Χριστού. 〈Παρατάχθηκαν οι βασιλείς της γης και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν μαζί εναντίον του Κυρίου και εναντίον του Χριστού του. Και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν μαζί.〉 Πότε; Όταν οι δύο χιλιάδες δαίμονες και η λεγεώνα εισήλθαν και κατοίκησαν σε έναν άνθρωπο. Το «Γιατί 〈φρύαξαν τα έθνη;〉» σημαίνει: Γιατί τα έθνη περιβλήθηκαν με υπερηφάνεια και αλαζονεία; Ποια 〈έθνη και ποιοι λαοί;〉 Και πότε κυρίως 〈μελέτησαν μάταια πράγματα;〉 Όταν οι Ιουδαίοι και τα έθνη, ο Ηρώδης και ο Πόντιος Πιλάτος, η κουστωδία και οι στρατιώτες, φρουρούσαν ως νεκρό τον Ιησού, αυτόν που ήταν ελεύθερος ανάμεσα στους νεκρούς. Τον πολέμησαν όσο ζούσε και νικήθηκαν από εκείνον όταν ήταν νεκρός. 〈Γιατί φρύαξαν τα έθνη;〉 Γιατί δεν μπόρεσαν να φρουρήσουν τον νεκρό, αυτόν που λεγόταν νεκρός αλλά φανερωνόταν ως Θεός, όταν σφράγισαν τον λίθο αλλά δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν την πέτρα; 〈Γιατί φρύαξαν τα έθνη;〉 Ασφάλισαν τη θήκη (τον τάφο) αλλά δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το περιεχόμενό της. 〈Γιατί φρύαξαν τα έθνη;〉 Διότι ο θάνατος, νομίζοντας ότι κρατούσε τότε την ανάσταση, έχασε τη δύναμή του, και ο τάφος, αφού έλαβε το σώμα ως παρακαταθήκη, επειδή φοβήθηκε ότι υποδέχθηκε τον θησαυρό του Πατέρα, επέστρεψε την παρακαταθήκη με φόβο. 〈Γιατί φρύαξαν τα έθνη;〉 Και οι μεν στρατιώτες φύλαγαν τον λίθο σαν να ήταν και οι ίδιοι λίθοι (αναίσθητοι), οι δε άγγελοι φανέρωσαν το μνημείο ως τάφο του Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες