Τὸ δὲ, ἀπέστρεψας, ἀντὶ, ἐπέσχες. Κατέλυσας ἀπὸ καθαρισμοῦ αὐτοῦ. Τὸ, κατέλυσας, ἀντὶ τοῦ, κατήνεγκας. Κατήνεγκας οὖν, φησὶν, ἤτοι παρεσκεύασας εἰς τὸ πιστεύεσθαι, ὅτι καθαρός ἐστιν. Ἐπενοήθη γὰρ εἶναι πονηρὸς, καὶ ὡς ἁμαρτωλὸς κατεκρίθη, καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογίσθη.
Μετάφραση
Το δε «απέστρεψας» τίθεται αντί του «επέσχες». «Κατέλυσας από καθαρισμού αυτού». Το «κατέλυσας» τίθεται αντί του «κατήνεγκας». Κατήνεγκας λοιπόν, λέγει, δηλαδή τον προετοίμασας ώστε να γίνεται πιστευτό ότι είναι καθαρός. Διότι θεωρήθηκε ότι είναι πονηρός, και καταδικάστηκε ως αμαρτωλός, και συγκαταλέχθηκε μεταξύ των ανόμων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες