Ποία δὲ ἦν ἡ θλίψις; Ἡ δυσφόρητος ἁμαρτία φορτίου δίκην ἐπηρτημένη, ὥστε καὶ ἕκαστον τῶν ὑπ᾽ αὐτῇ γεγονότων ἀναφωνεῖν, ὅτι «Αἱ ἀνομίαι μου ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾽ ἐμέ.» Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Σατανᾶς βαρὺς ἦν, καὶ φορτίου παντὸς δυσαχθέστερος ἐπιπίπτων μετὰ τῆς πονηρᾶς φάλαγγος. Πεπιεσμένης τοίνυν τῆς ὑπ᾽ οὐρανὸν καὶ οἷον ἐκτεθλιμμένης, ἐπὶ καιροῦ ἐπεφοίτησε τοῖς ἐπὶ γῆς ὁ Κύριος, καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησεν. Οἱ δέ γε ἀλιτήριοι δαίμονες, τὸ μὴ ἐν καιρῷ πεπράχθαι τὴν οἰκονομίαν κατεψεύδοντο λέγοντες· «Ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς.» Ἀλλ᾽, ὦ παμπόνηροι, φαίη τις ἂν, οὐ πρὸ καιροῦ μᾶλλον, ἀλλ᾽ ἐν εὐκαιρίᾳ καὶ ἐν θλίψει βεβοήθηκεν ἡμῖν, καὶ καταφυγὴ γέγονεν ὁ τῶν ὅλων Σωτὴρ καὶ Κύριος. <Καὶ ἐλπισάτωσαν ἐπὶ σὲ [var. lect., σοὶ] οἱ γινώσκοντες τὸ ὄνομά σου.> (A f. 63. b) Τίνες δέ εἰσιν οἱ ἐλπίζοντες ἐπ᾽ αὐτῷ καὶ γινώσκοντες τὸ ὄνομα αὐτοῦ; Οἱ τοῖς θεσπίσμασιν ὑπέχοντες τὸν αὐχένα. Καὶ τοῦτο διδάξει λέγων αὐτός· «Ὁ ἀγαπῶν με, τὰς ἐντολάς μου τηρεῖ.» <Ὅτι οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε, Κύριε.> (A f. 63 b) Ἰσχυρίζεται διὰ πείρας ἔχειν τὸ πρᾶγμα, εἰδέναι τε ὅτι τὸ ἀκράδαντον ἔχει. Ἀληθὲς γὰρ τὸ τοῦ Ἱερεμίου, ὅτι «Εὐλογημένος ἄνθρωπος ὃς πέποιθεν ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, καὶ ἔσται Κύριος ἐλπὶς αὐτοῦ· καὶ ἔσται ὡς ξύλος εὐθηνοῦν παρ᾽ ὕδατι.»
Μετάφραση
Ποια ήταν λοιπόν η θλίψη; Η δυσβάσταχτη αμαρτία που κρεμόταν από πάνω μας σαν φορτίο, έτσι ώστε καθένας από όσους βρέθηκαν κάτω από αυτήν να αναφωνεί: «Οι ανομίες μου έγιναν βαριές επάνω μου σαν βαρύ φορτίο.» Και ο ίδιος ο Σατανάς ήταν βαρύς, και πιο δυσβάσταχτος από κάθε φορτίο, καθώς έπεφτε επάνω μας μαζί με την πονηρή του φάλαγγα. Ενώ λοιπόν η οικουμένη πιεζόταν και σαν να συμπθλιβόταν, στον κατάλληλο καιρό επισκέφθηκε ο Κύριος όσους βρίσκονταν στη γη, και τους βοήθησε σε ημέρα σωτηρίας. Οι δε αλιτήριοι δαίμονες διατύπωναν ψευδώς την κατηγορία ότι η θεία οικονομία δεν συντελέστηκε στον κατάλληλο καιρό, λέγοντας: «Ήλθες εδώ προ καιρού για να μας βασανίσεις.» Αλλά, ω παμπόνηροι, θα μπορούσε να πει κανείς, όχι προ καιρού, αλλά μάλλον σε κατάλληλο καιρό και μέσα σε θλίψη μάς βοήθησε, και έγινε καταφύγιο ο Σωτήρας και Κύριος των όλων. <Και ας ελπίσουν σε εσένα όσοι γνωρίζουν το όνομά σου.> (A f. 63. b) Και ποιοι είναι αυτοί που ελπίζουν σε αυτόν και γνωρίζουν το όνομά του; Εκείνοι που υποτάσσουν τον αυχένα τους στα προστάγματά του. Και αυτό το διδάσκει ο ίδιος λέγοντας: «Εκείνος που με αγαπά, τηρεί τις εντολές μου.» <Διότι δεν εγκατέλειψες αυτούς που σε αναζητούν, Κύριε.> (A f. 63 b) Ισχυρίζεται ότι γνωρίζει το πράγμα από εμπειρία, και ότι ξέρει πως είναι ακλόνητο. Διότι είναι αληθινός ο λόγος του Ιερεμία, ότι «Ευλογημένος είναι ο άνθρωπος ο οποίος έχει πεποίθηση στον Κύριο, και ο Κύριος θα είναι η ελπίδα του· και θα είναι σαν το δέντρο που θάλλει δίπλα στο νερό.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες