Ἁμαρτωλὸν δὲ ἐνταῦθα καλεῖ ὁ Δαβὶδ, ἤτοι καθ᾽ ὅλου τὸν ἁμαρτίαις ἔνοχον (πᾶσα γὰρ ἀνάγκη τὸν οὕτω ζῇν εἰωθότα, κολάζεσθαι τοῖς ἰδίοις ἔργοις ἐμπεπαρμένον· σειραῖς γὰρ τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν ἕκαστος σφίγγεται)· ἢ ἁμαρτωλὸν τὸν Ἰουδαίων δῆμον ὀνομάζει, καὶ μάλα εἰκότως· ἀπέμεινε γὰρ ἐν μολυσμοῖς, οὐ προσηκάμενος τὴν διασμήχουσαν χάριν, ἐναπέθανε τοῖς ἑαυτοῦ πλημμελήμασι. Κληθείη δ᾽ ἂν ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ τῆς ἁμαρτίας εὑρετὴς Σατανᾶς, ὃς δικαίῳ κρίματι συνελήφθη, τοῖς ἰδίοις ἔργοις περιπεσών· κατεσκεύασε μὲν γὰρ καὶ γέγονεν ὑπὸ πόδας δικαίων. <Ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην.> (A f. 67 b) Κατὰ δὲ ἀναγωγὴν, ἐκ πολλῆς ἄγαν φιλοθεΐας οἱ πιστεύσαντες ἐοίκασιν ἐπαρᾶσθαι τοῖς ἠθετηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πολύευκτον χάριν, δι᾽ ἧς ἠδύναντο τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας ἀποφαίνεσθαι κληρονόμοι. Ἢ τάχα ἔθνη Θεοῦ ἐπιλανθανόμενα, οἱ δαίμονές εἰσι· κατ᾽ οὐδένα γὰρ τρόπον πρακτικῶς Θεοῦ διαμέμνηνται, ἀλλ᾽ ἔξω πάσης εἰσὶν ἀρετῆς καὶ ἀγαθουργίας. <Ὅτι οὐκ εἰς τέλος ἐπιλησθήσεται ὁ πτωχός.> (A f. 68) Κατὰ δὲ ἀναγωγὴν, πένητας ἐνταῦθα ἢ πάντας τοὺς ἁγίους ὀνομάζει ἁπλῶς, ὑφειμένον καὶ ταπεινὸν ἔχοντας φρόνημα, ἢ τοὺς ἐξ ἐθνῶν κεκλημένους, οἳ πάλαι ἐν ἐνδείᾳ ἦσαν παντὸς ἀγαθοῦ.
Μετάφραση
Αμαρτωλό δε εδώ ονομάζει ο Δαβίδ, είτε γενικά αυτόν που είναι ένοχος αμαρτιών (διότι είναι απολύτως αναγκαίο αυτός που έχει συνηθίσει να ζει έτσι, να τιμωρείται παγιδευμένος στα ίδια του τα έργα· διότι καθένας σφίγγεται από τα δεσμά των δικών του αμαρτιών)· είτε ονομάζει αμαρτωλό τον λαό των Ιουδαίων, και μάλιστα πολύ εύλογα· διότι παρέμεινε σε μολυσμούς, μη αποδεχόμενος την καθαρτική χάρη, και πέθανε μέσα στα ίδια του τα σφάλματα. Θα μπορούσε δε να ονομαστεί αμαρτωλός και ο εφευρέτης της αμαρτίας Σατανάς, ο οποίος με δίκαιη κρίση συνελήφθη, περιπίπτοντας στα ίδια του τα έργα· διότι μηχανεύτηκε δόλους και βρέθηκε κάτω από τα πόδια των δικαίων. <Ας στραφούν οι αμαρτωλοί στον άδη.> (A f. 67 b) Κατά δε το πνευματικό νόημα, από πάρα πολλή φιλοθεΐα οι πιστοί φαίνεται να καταρώνται αυτούς που αθέτησαν την εμφάνιση του Χριστού και την πολυπόθητη χάρη, μέσω της οποίας μπορούσαν να αναδειχθούν κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Ή ίσως, έθνη που λησμονούν τον Θεό είναι οι δαίμονες· διότι με κανέναν τρόπο δεν θυμούνται έμπρακτα τον Θεό, αλλά βρίσκονται έξω από κάθε αρετή και αγαθοεργία. <Διότι δεν θα λησμονηθεί μέχρι τέλους ο φτωχός.> (A f. 68) Κατά δε το πνευματικό νόημα, φτωχούς εδώ ονομάζει είτε όλους τους αγίους απλώς, οι οποίοι έχουν ταπεινωμένο και ταπεινό φρόνημα, είτε αυτούς που κλήθηκαν από τα έθνη, οι οποίοι παλαιότερα βρίσκονταν σε στέρηση κάθε αγαθού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες