ΨΑΛΜΟΣ Ιʹ. Ἵνα τί, Κύριε ἀφέστηκας μακρόθεν; Ἐπιταχῦναι τὴν μακρὸν ὕστερον γενησομένην κλῆσιν τῶν ἐθνῶν εὔχεται. Τοῦτο δὲ αὐτὸ πεποίηκεν ἡ τοῦ διαβόλου ὑπεροψία. Ἐν τῷ ὑπερηφανεύεσθαι τὸν ἀσεβῆ ἐμπυρίζεται ὁ πτωχός. Ἡ ὑπεροψία, φησὶ, τοῦ πονηροῦ, πύρωσις τῷ πτωχῷ σου γίνεται λαῷ· Συλλαμβάνονται ἐν διαβουλίοις, οἷς διαλογίζονται. Ἀντὶ τοῦ, συλληφθήσονται. Σὺ γὰρ εἶ, φησὶν, ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν.
Μετάφραση
ΨΑΛΜΟΣ Ιʹ. Γιατί, Κύριε, στέκεσαι μακριά; Προσεύχεται να επισπευσθεί η κλήση των εθνών, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί πολύ αργότερα. Αυτό δε ακριβώς το προκάλεσε η υπεροψία του διαβόλου. Όταν υπερηφανεύεται ο ασεβής, καταφλέγεται ο πτωχός. Η υπεροψία, λέει, του πονηρού γίνεται πύρωση για τον πτωχό λαό σου· Συλλαμβάνονται στα διαβούλια τα οποία μηχανεύονται. Ειπώθηκε αντί του «θα συλληφθούν». Διότι εσύ είσαι, λέει, αυτός που συλλαμβάνει τους σοφούς μέσα στην ίδια τους την πανουργία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες