Ὥσπερ ἐν τοῖς πολέμοις πλῆθος βαρβάρων ὁπλίζεται, οἱ πάντες δὲ τῷ τοῦ ἑνὸς νεύματι, τοῦ ῥηγὸς ἢ τοῦ τυράννου, ἕπονται, καὶ ἄνευ ἐκείνου τὸ πλῆθος οὐκ οἶδε παράταξιν, οὕτως, ἐπειδὴ τὸν Δαυὶδ κατ᾽ αἴσθησιν μὲν ἐπολέμουν οἱ στρατιῶται καὶ ὁ Ἀβεσσαλώμ, κατὰ νοῦν δὲ οἱ δαίμονες καὶ ὁ διάβολος, ἐπειδὴ τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν ἄνευ τοῦ ἡγεμόνος οὐδέν ἐστι, λέοντα καλῶν ἔνθεν τὸν Ἀβεσσαλὼμ κἀκεῖθεν τὸν διάβολον, παρακαλεῖ· 〈Μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου.〉 Καὶ ὅτι λέοντα τὸν Ἀβεσσαλὼμ καὶ τὸν διάβολον ἔλεγε, δηλοῖ ἐν τῷ ἐνάτῳ ψαλμῷ εἰπών· 〈Ἐνεδρεύει ἐν ἀποκρύφῳ, ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ·〉 ὁ μὲν διάβολος ἐν τοῖς ὑπηκόοις αὐτοῦ ἀνθρώποις κρυπτόμενος, ὁ δὲ Ἀβεσσαλὼμ ἐν τοῖς συναποστασιάσασιν αὐτῷ λανθάνειν οἰόμενος. 〈Ἐνεδρεύει τοῦ ἁρπάσαι πτωχόν, ἁρπάσαι πτωχὸν ἐν τῷ ἑλκύσαι αὐτόν.〉 Καὶ εἰ περὶ τοῦ θηρίου τοῦ λέοντος ἔλεγε, καὶ πότε ὁ λέων πτωχὸν καὶ πένητα διακρῖναι δύναται; Οὐχὶ δὲ τούτῳ κἀκείνῳ ἐπ᾽ ἴσης ἐφάλλεται; Λέοντα οὖν τὸν διάβολον ἐδήλωσεν εἰπών· 〈Μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου.〉 Καὶ διὰ τί λέων ὁ διάβολος; Οὐ διὰ τὸ βασιλικόν, ἀλλὰ διὰ τὸ τυραννικόν· λέων οὐ διὰ τὸ ἰσχυρόν, ἀλλὰ διὰ τὸ ἁρπακτικόν.
Μετάφραση
Όπως ακριβώς στους πολέμους εξοπλίζεται ένα πλήθος βαρβάρων, και όλοι ακολουθούν το νεύμα του ενός, του βασιλιά ή του τυράννου, και χωρίς αυτόν το πλήθος δεν γνωρίζει από πολεμική παράταξη, έτσι, επειδή τον Δαβίδ τον πολεμούσαν αισθητά μεν οι στρατιώτες και ο Αβεσσαλώμ, νοητά δε οι δαίμονες και ο διάβολος, και επειδή το πλήθος των εχθρών χωρίς τον ηγεμόνα δεν είναι τίποτα, αποκαλώντας λιοντάρι αφενός τον Αβεσσαλώμ και αφετέρου τον διάβολο, παρακαλεί: «Μήπως αρπάξει ως λέων την ψυχή μου». Και το ότι ονόμαζε λέοντα τον Αβεσσαλώμ και τον διάβολο, το δηλώνει στον ένατο ψαλμό λέγοντας: «Ενεδρεύει σε απόκρυφο μέρος, ως λέων στη μάνδρα του»· ο μεν διάβολος κρυπτόμενος στους ανθρώπους που του είναι υποταγμένοι, ο δε Αβεσσαλώμ νομίζοντας ότι περνά απαρατήρητος ανάμεσα σε αυτούς που επαναστάτησαν μαζί του. «Ενεδρεύει για να αρπάξει τον φτωχό, να αρπάξει τον φτωχό τραβώντας τον». Και αν μιλούσε για το θηρίο, το λιοντάρι, πότε τάχα το λιοντάρι μπορεί να διακρίνει τον φτωχό και τον πένητα; Δεν επιτίθεται άραγε και στον έναν και στον άλλον εξίσου; Επομένως, υπέδειξε ως λέοντα τον διάβολο λέγοντας: «Μήπως αρπάξει ως λέων την ψυχή μου». Και γιατί είναι λέων ο διάβολος; Όχι λόγω του βασιλικού του χαρακτήρα, αλλά λόγω του τυραννικού· είναι λέων όχι λόγω της ισχύος του, αλλά λόγω της αρπακτικότητάς του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες