Ὅτι εὔφρανάς με, Κύριε, ἐν τῷ ποιήματί σου. Ὁρῶν γάρ σου τὰς δημιουργίας καὶ τὰς ἀῤῥήτους οἰκονομίας ἀγάλλομαί τε καὶ γάνυμαι, καὶ τῇ τῆς ψυχῆς ἡδονῇ τὴν γλῶτταν εἰς ὑμνῳδίαν κινῶ. Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε! Ἐγὼ μὲν, φησὶ, τὰ σὰ ἔργα ἀνυμνῶν, καὶ τὸ βάθος τῶν σῶν λογισμῶν ἐκπλήττομαι, ὧν ἐν τῇ οἰκονομίᾳ εἰργάσω.
Μετάφραση
Διότι με ευφράνας, Κύριε, με το έργο σου. Διότι, βλέποντας τα δημιουργήματά σου και τις άρρητες οικονομίες σου, αγάλλομαι και ευφραίνομαι, και από την τέρψη της ψυχής κινώ τη γλώσσα μου σε υμνωδία. Πόσο μεγαλύνθηκαν τα έργα σου, Κύριε! Εγώ μεν, λέγει, ανυμνώντας τα δικά σου έργα, εκπλήσσομαι και για το βάθος των λογισμών σου, τους οποίους ενήργησες κατά τη θεία οικονομία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες