Οὐ γὰρ ὁρατοῖς μάχονται βέλεσιν οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες, οὔτε μὴν τοῖς ἐκ καλάμου καὶ ξύλου πεποιημένοις, ἀλλ᾽ οἱονεί τι τόξον τὴν ἑαυτῶν δυστροπίαν ἐντείνοντες, βέλεσι πικροῖς καὶ φιλοκακούργως κατεσκευασμένοις τὰς τῶν ὁσίων κατατιτρώσκουσι ψυχάς. <Καὶ οὐ φοβηθήσονται.> (E f. 116.) Τίνα φοβηθήσονται; Οὐδὲ γὰρ δεδίασιν, φησὶ, τὸν τῶν ἁγίων προεστηκότα Θεόν· οἴονται δέ που τάχα καὶ λανθάνειν ἐκεῖνον, λέγοντες· «Οὐκ ὄψεται Κύριος, οὐδὲ συνήσει ὁ Θεὸς Ἰακώβ.» <Ἐκραταίωσαν ἑαυτοῖς λόγον πονηρόν.> (B f. 260 b, E f. 116 b.) Πονηρὰ γὰρ, ὡς ἤδη πλειστάκις ἔφην, τὰ τῶν ἀνοσίων ἐστὶ βουλεύματα· καὶ πάντα σκαιότητος διερευνώμενοι τρόπον προσκρούουσι τῷ φιλαρέτῳ Θεῷ.
Μετάφραση
Διότι δεν μάχονται με ορατά βέλη όσοι φρονούν τα επίγεια, ούτε βέβαια με αυτά που είναι κατασκευασμένα από καλάμι και ξύλο, αλλά τεντώνοντας ως ένα είδος τόξου τη δική τους δυστροπία, με βέλη πικρά και κατασκευασμένα με κακοβουλία πληγώνουν τις ψυχές των οσίων. <Και δεν θα φοβηθούν.> (E f. 116.) Ποιον θα φοβηθούν; Διότι δεν φοβούνται, λέει, τον Θεό που προΐσταται των αγίων· και ίσως μάλιστα νομίζουν ότι τον διαφεύγουν, λέγοντας: «Δεν θα δει ο Κύριος, ούτε θα κατανοήσει ο Θεός του Ιακώβ.» <Στερέωσαν για τους εαυτούς τους λόγο πονηρό.> (B f. 260 b, E f. 116 b.) Διότι πονηρά, όπως ήδη ανέφερα πολλές φορές, είναι τα βουλεύματα των ανοσίων· και αναζητώντας κάθε τρόπο σκαιότητας προσκρούουν στον φιλάρετο Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες