Λέγει δὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον διὰ στόματος Δαβὶδ τοῦ προφήτου· «Σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν τῷ παραπικρασμῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πειρασμοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὗ ἐπείρασάν με οἱ πατέρες ὑμῶν, ἐδοκίμασάν με καὶ εἶδον τὰ ἔργα μου· τεσσαράκοντα ἔτη προσώχθισα τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ, καὶ εἶπα· Ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ· αὐτοὶ δὲ οὐκ ἔγνωσαν τὰς ὁδούς μου· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου, Εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου·» ἀλλ’ οὐ πάντες οἱ ἐξελθόντες ἀπ’ Αἰγύπτου εἰσῆλθον· παρεπίκραναν γὰρ οἱ παρακούσαντες καὶ ἀπιστήσαντες· τίσι δὲ προσώχθισε τεσσαράκοντα ἔτη, εἰ μὴ τοῖς ἁμαρτήσασι καὶ παρακούσασιν, ὧν τὰ κῶλα ἔπεσον ἐν τῇ ἐρήμῳ; τίσι δὲ ὤμοσε μὴ εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ, εἰ μὴ τοῖς ἀπιθήσασι; Καὶ βλέπομεν ὅτι οὐκ ἠδυνήθησαν εἰσελθεῖν δι’ ἀπιστίαν, πλὴν Χαλὲβ τοῦ Ἰεφωνὴ, καὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ· ἑξακόσιαι διεφθάρησαν χιλιάδες, ταύτας γὰρ τὰς χιλιάδας εἶπεν ἐξεληλυθότας ἐξ Αἰγύπτου· τοῦ γὰρ Θεοῦ παρεγγυήσαντος εἰς τὴν ἐπηγγελμένην ἀπᾶραι γῆν, ἀντεῖπον ἐκεῖνοι, προβαλλόμενοι τὸν φόβον καὶ τὸ μέγεθος τῶν πολεμίων· οὗ δὴ χάριν ὁ τῶν ὅλων Θεὸς ἅπαντας κατὰ μέρος ἐν τῇ ἐρήμῳ κατανάλωσεν, τοὺς ἐκείνων παῖδας ἀντ’ ἐκείνων εἰσήγαγεν, ἤγουν τοὺς περὶ Χαλὲβ τοῦ Ἰεχωνίου καὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ αὐτοὺς κατέπαυσεν· καὶ εἰ περὶ τῆς γῆς αὐτῆς κατάπαυσιν ὁ προφήτης εἴρηκε Δαβίδ· εἰς ἐκείνην γὰρ Ἰησοῦς αὐτοὺς κατέπαυσεν· ἐν αὐτῇ δὲ ἦν καὶ θεῖος Δαβὶδ ὅτε ταῦτα εἰρηκὼς ἐπηγγείλατο τὴν κατάπαυσιν· τὸ, «Σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε,» καὶ τὰ ἑξῆς.
Μετάφραση
Το Άγιο Πνεύμα λέγει διά του στόματος του Δαβίδ του προφήτη: «Σήμερα, εάν ακούσετε τη φωνή του, μη σκληρύνετε τις καρδιές σας, όπως στον παραπικρασμό, κατά την ημέρα του πειρασμού στην έρημο, όπου με έθεσαν σε δοκιμασία οι πατέρες σας, με δοκίμασαν και είδαν τα έργα μου· σαράντα χρόνια αγανάκτησα με τη γενεά εκείνη και είπα: Πάντοτε πλανώνται με την καρδιά τους· αυτοί όμως δεν γνώρισαν τις οδούς μου· γι’ αυτό ορκίστηκα στην οργή μου: Δεν θα εισέλθουν στην κατάπαυσή μου». Όμως δεν εισήλθαν όλοι όσοι βγήκαν από την Αίγυπτο· διότι παραπίκραναν τον Θεό εκείνοι που απείθησαν και δεν πίστεψαν. Και σε ποιους αγανάκτησε σαράντα χρόνια, παρά σε εκείνους που αμάρτησαν και απείθησαν, των οποίων τα σώματα έπεσαν στην έρημο; Και σε ποιους ορκίστηκε ότι δεν θα εισέλθουν στην κατάπαυσή του, παρά σε εκείνους που απείθησαν; Και βλέπουμε ότι δεν μπόρεσαν να εισέλθουν εξαιτίας της απιστίας, εκτός από τον Χάλεβ, τον γιο του Ιεφοννή, και τον Ιησού, τον γιο του Ναυή. Εξακόσιες χιλιάδες χάθηκαν· διότι αυτές τις χιλιάδες είπε ότι είχαν εξέλθει από την Αίγυπτο. Όταν λοιπόν ο Θεός τούς πρόσταξε να αναχωρήσουν για τη γη της επαγγελίας, εκείνοι αντιμίλησαν, προβάλλοντας τον φόβο και το μέγεθος των εχθρών. Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός των όλων τούς κατανάλωσε όλους έναν-έναν στην έρημο, ενώ στη θέση τους εισήγαγε τα παιδιά τους· δηλαδή, εκείνους που ήσαν μαζί με τον Χάλεβ, τον γιο του Ιεχονίου, και τον Ιησού του Ναυή, αυτούς τους έφερε στην κατάπαυση. Και αν ο προφήτης Δαβίδ μίλησε για κατάπαυση εννοώντας εκείνη τη γη, σε εκείνην βέβαια τους έφερε στην κατάπαυση ο Ιησούς· όμως μέσα σε αυτήν τη γη βρισκόταν και ο θείος Δαβίδ, όταν, αφού είπε αυτά τα λόγια, εξήγγειλε την κατάπαυση με το «Σήμερα, εάν ακούσετε τη φωνή του» και τα επόμενα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες