Ὑπ’ ὄψιν ἄγει τὰ τῆς Βαβυλῶνος ταύτης πάθη, διὰ τῶν ἐπ’ αὐτῇ θρήνων τὸ τῆς συμφορᾶς διαγράφων μέγεθος, ὅπερ πείσεται ἡ τὸ πρὶν αὐχοῦσα ἐπὶ βασιλικῷ ἀξιώματι. Καὶ πᾶς κυβερνήτης καὶ πᾶς ἐπὶ τῶν πλοίων πλέων καὶ ναῦται καὶ ὅσοι τὴν θάλασσαν ἐργάζονται, ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν καὶ ἔκραζον βλέποντες τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς, λέγοντες· τίς ὁμοία τῇ πόλει τῇ μεγάλῃ; καὶ ἔβαλον χοῦν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ ἔκραζον κλαίοντες καὶ πενθοῦντες καὶ λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἐν ᾗ ἐπλούτησαν πάντες οἱ ἔχοντες πλοῖα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐκ τῆς τιμιότητος αὐτῆς, ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη.
Μετάφραση
Φέρνει υπ' όψιν τα πάθη αυτής της Βαβυλώνας, περιγράφοντας το μέγεθος της συμφοράς μέσω των θρήνων για αυτήν, την οποία πρόκειται να υποστεί εκείνη που προηγουμένως καυχιόταν για το βασιλικό της αξίωμα. Και κάθε κυβερνήτης πλοίου και καθένας που ταξιδεύει με πλοία και οι ναύτες και όσοι εργάζονται στη θάλασσα, στάθηκαν από μακριά και κραύγαζαν βλέποντας τον καπνό της πυρπόλησής της, λέγοντας: «Ποια είναι όμοια με τη μεγάλη πόλη;» Και έριξαν χώμα στα κεφάλια τους και κραύγαζαν κλαίγοντας και πενθώντας και λέγοντας: «Αλίμονο, αλίμονο, η μεγάλη πόλη, στην οποία πλούτισαν όλοι όσοι είχαν πλοία στη θάλασσα από την πολυτέλειά της, διότι μέσα σε μία ώρα ερημώθηκε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες