Καὶ πᾶν κατάθεμα οὐκ ἔσται ἐκεῖ. Τοῦ ἀναθέματος δισσῶς νοουμένου, τοῦ μὲν ὡς τοῖς πολλοῖς ἀθίκτου, θεῷ δὲ μόνῳ ἀνατιθεμένου, τοῖς δὲ ὡς πάσῃ τῇ κτίσει καὶ ταῖς ἁγίαις δυνάμεσιν ἀψαύστου ὡς τῷ διαβόλῳ ἀνακειμένου διὰ τὴν ἀμιγῆ τοῦ καλοῦ ἀλλοτρίωσιν, τοῦτο ἐνταῦθα κατ’ ἐπίτασιν εἰρῆσθαι νομίζομεν κατάθεμα. τῷ γὰρ ὄντι τὸ τοιοῦτον οὐκ ἀνατίθεται, ἀλλὰ κατατίθεται τῷ διαβόλῳ ὑποταττόμενον καὶ συγκαταδικαζόμενον, ὅπερ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ οὐκ ἔσται.
Μετάφραση
Και κανένα κατάθεμα δεν θα υπάρχει εκεί. Επειδή το ανάθεμα νοείται με δύο τρόπους, αφενός μεν ως εκείνο που παραμένει άθικτο από τους πολλούς και αφιερώνεται μόνο στον Θεό, αφετέρου δε ως εκείνο που είναι απλησίαστο από ολόκληρη την κτίση και τις άγιες δυνάμεις, καθώς είναι παραδομένο στον διάβολο εξαιτίας της πλήρους αποξένωσής του από το αγαθό, θεωρούμε ότι εδώ η λέξη «κατάθεμα» έχει λεχθεί επιτατικά. Διότι πράγματι, κάτι τέτοιο δεν «ανατίθεται», αλλά «κατατίθεται», υποτασσόμενο στον διάβολο και συγκαταδικαζόμενο με αυτόν, πράγμα το οποίο δεν πρόκειται να υπάρξει σε εκείνη την πόλη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες