Μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου. ὅτι λέγεις· πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός. Ὥσπερ, φησί, τὸ χλιαρὸν ἔμετον κινεῖ τοῖς παραλαμβάνουσιν, οὕτω κἀγώ σε ὡς βδελυκτὸν βρῶμα ἐμέσω διὰ λόγου στόματός μου εἰς αἰώνιον κόλασιν, ὅτι ταῖς ἀκάνθαις τοῦ πλούτου τὸν σπόρον τοῦ θείου λόγου συμμιγνύουσα τὴν ἑαυτῆς ἐν τοῖς πνευματικοῖς ἀγνοεῖς πτωχείαν καὶ τὴν τῶν νοητῶν σου ὀφθαλμῶν τύφλωσιν καὶ τὴν ἐξ ἀγαθῶν πράξεων γύμνωσιν.
Μετάφραση
Πρόκειται να σε εξεμέσω από το στόμα μου. Διότι λες: «Είμαι πλούσιος και έχω πλουτίσει και δεν έχω ανάγκη από τίποτα», και δεν γνωρίζεις ότι εσύ είσαι ο ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός και τυφλός και γυμνός. Όπως ακριβώς, λέει, το χλιαρό προκαλεί εμετό σε εκείνους που το καταπίνουν, έτσι κι εγώ, ως βδελυρή τροφή, θα σε εξεμέσω διά του λόγου του στόματός μου στην αιώνια κόλαση, επειδή, αναμειγνύοντας τον σπόρο του θείου λόγου με τα αγκάθια του πλούτου, αγνοείς τη δική σου φτώχεια στα πνευματικά και την τύφλωση των νοητών σου οφθαλμών και τη γύμνια σου από αγαθές πράξεις.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες