Κάμηλος δὲ ἐβάσταζεν αὐτοῖς τοὺς ἄρτους καὶ τὸ ὕδωρ. 2. Ἄνυδρος γὰρ ἡ ἔρημός ἐστιν ἐκείνη πᾶσα καὶ οὐκ ἔστιν ὕδωρ πότιμον ὅλως, εἰ μὴ ἐν ἐκείνῳ τῷ ὄρει μόνῳ, ὅθεν καὶ ὑδρεύσαντο, ἐν ᾧ καὶ τὸ ἀσκητήριόν ἐστιν αὐτοῦ. Λείψαντος τοίνυν τοῦ ὕδατος ἐν τῇ ὁδῷ καὶ καύματος ὄντος σφοδροτάτου, πάντες ἔμελλον κινδυνεύειν. 3. Περιελθόντες γὰρ τοὺς τόπους καὶ μὴ εὑρόντες ὕδωρ, οὐδὲ περιπατεῖν ἐδύναντο λοιπόν, ἀλλὰ κατέκειντο χαμαί, τήν τε κάμηλον ἀπογνόντες ἀφῆκαν ἀπελθεῖν ἑαυτῇ. 4. Ὁ δὲ γέρων, ὁρῶν πάντας κινδυνεύοντας, πάνυ λυπηθεὶς καὶ στενάξας, ὀλίγον ἀπ’ αὐτῶν ἀπελθὼν καὶ κλίνας τὰ γόνατα καὶ τὰς χεῖρας ἐκτείνας, προσηύχετο. Καὶ εὐθὺς ἐποίησεν ὁ Κύριος ὕδωρ, ἔνθα προσευχόμενος εἱστήκει. 5. Καὶ οὕτω πιόντες οἱ πάντες ἀνέπνευσαν, καὶ τοὺς ἀσκοὺς πληρώσαντες ἐζήτησαν τὴν κάμηλον καὶ εὗρον. Συνέβη γὰρ τὸ σχοινίον εἴς τινα λίθον περιειλιγῆναι καὶ οὕτω κατασχεθῆναι. Ἀγαγόντες τοίνυν καὶ ποτίσαντες, ἐπέθηκαν ἐπ’ αὐτὴν τοὺς ἀσκοὺς καὶ ὥδευσαν ἀβλαβεῖς. 6. Ὡς δὲ ἦλθεν εἰς τὰ ἔξω μοναστήρια, πάντες ὡς πατέρα βλέποντες κατησπάζοντο. Καὶ αὐτὸς δέ, ὥσπερ ἐφόδια φέρων ἀπὸ τοῦ ὄρους, ἐξένιζεν αὐτοὺς τοῖς λόγοις, καὶ μετεδίδου τῆς ὠφελείας. 7. Πάλιν τε ἦν χαρὰ ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ ζῆλος προκοπῆς καὶ παράκλησις διὰ τῆς ἐν ἀλλήλοις πίστεως. 8.
Μετάφραση
Μια καμήλα τούς μετέφερε τους άρτους και το νερό. 2. Διότι όλη εκείνη η έρημος είναι άνυδρη και δεν υπάρχει καθόλου πόσιμο νερό, παρά μόνο σε εκείνο το βουνό, από όπου και είχαν προμηθευτεί νερό, στο οποίο βρίσκεται και το ασκητήριό του. Επειδή, λοιπόν, εξαντλήθηκε το νερό στον δρόμο και επικρατούσε σφοδρότατος καύσωνας, όλοι βρίσκονταν σε κίνδυνο. 3. Διότι, αφού περιπλανήθηκαν στην περιοχή και δεν βρήκαν νερό, δεν μπορούσαν πλέον ούτε να περπατήσουν, αλλά κείτονταν καταγής, και έχοντας απελπιστεί για την καμήλα, την άφησαν να φύγει μόνη της. 4. Ο δε γέροντας, βλέποντας ότι όλοι κινδύνευαν, λυπήθηκε πάρα πολύ και, αφού αναστέναξε, απομακρύνθηκε λίγο από αυτούς και, πέφτοντας στα γόνατα και εκτείνοντας τα χέρια του, προσευχόταν. Και αμέσως ο Κύριος έκανε να αναβλύσει νερό στο σημείο όπου εκείνος στεκόταν και προσευχόταν. 5. Και έτσι, αφού ήπιαν όλοι, ανέκτησαν τις δυνάμεις τους, και γεμίζοντας τους ασκούς, αναζήτησαν την καμήλα και τη βρήκαν. Είχε συμβεί, δηλαδή, το σχοινί της να τυλιχτεί γύρω από κάποια πέτρα και έτσι να ακινητοποιηθεί. Αφού λοιπόν την έφεραν και την πότισαν, φόρτωσαν πάνω της τους ασκούς και συνέχισαν την πορεία τους αβλαβείς. 6. Όταν δε έφτασε στα εξωτερικά μοναστήρια, όλοι, βλέποντάς τον σαν πατέρα, τον ασπάζονταν. Και αυτός, σαν να έφερνε εφόδια από το βουνό, τους προσέφερε πνευματική φιλοξενία με τους λόγους του και τους μετέδιδε την ωφέλεια. 7. Και πάλι υπήρξε χαρά στα βουνά και ζήλος για προκοπή και παρηγοριά μέσω της αμοιβαίας πίστης. 8.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες