βʹ. Δείξας τοίνυν, ὅτι δεῖ πιστεῦσαι τοῖς προφήταις ἀεὶ τὰ τοῦ Θεοῦ λέγουσι, καὶ ἀκροάσεως μηδὲν πλέον ἐπιζητῆσαι, ἐπάγει λοιπὸν τὴν ἀντίθεσιν, ἢν εἶπον, καί φησιν· Ἀλλὰ λέγω, Μὴ οὐκ ἤκουσαν; Τί γὰρ, φησὶν, εἰ ἀπεστάλησαν οἱ κηρύσσοντες, καὶ ἐκήρυξαν ἅπερ ἐκελεύσθησαν, οὗτοι δὲ οὐκ ἤκουσαν; Εἶτα μεθ᾽ ὑπερβολῆς πάσης ἡ λύσις τῆς ἀντιθέσεως· Μενοῦνγε εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν. Τί λέγεις, φησίν; οὐκ ἤκουσαν; Ἡ οἰκουμένη καὶ τὰ πέρατα τῆς γῆς ἤκουσαν· καὶ ὑμεῖς, παρ᾽ οἷς τοσοῦτον οἱ κήρυκες διέτριψαν χρόνον, καὶ ὅθεν ἦσαν, οὐκ ἠκούσατε; καὶ πῶς ἂν ἔχοι λόγον; Εἰ γὰρ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἤκουσε, πολλῷ μᾶλλον ὑμεῖς. Εἶτα πάλιν ἑτέρα ἀντίθεσις· Ἀλλὰ λέγω, Μὴ Ἰσραὴλ οὐκ ἔγνω; Τί γὰρ, εἰ ἤκουσαν μὲν, οὐκ ἐνόησαν δὲ τὰ εἰρημένα, οὐδὲ συνῆκαν, ὅτι ἐκεῖνοι οὗτοι ἦσαν οἱ ἀποσταλέντες; οὐκ ἄξιοι συγγνώμης τῆς ἀγνοίας ταύτης ἕνεκεν; Οὐδαμῶς. Καὶ γὰρ ὁ Ἡσαΐας ἐχαρακτήρισεν αὐτοὺς, εἰπών· Ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην· καὶ πρὸ τούτου πάλιν ὁ νομοθέτης αὐτός· διὸ καὶ ἐπήγαγε· Πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· Ἐγὼ παραζηλώσω ὑμᾶς ἐπ᾽ οὐκ ἔθνει, ἐπὶ ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ὑμᾶς.
Μετάφραση
βʹ. Αφού, λοιπόν, έδειξε ότι πρέπει να πιστεύουμε στους προφήτες που πάντοτε λένε τα λόγια του Θεού, και να μην επιζητούμε τίποτε περισσότερο από την ακρόαση, εισάγει στη συνέχεια την αντίρρηση, την οποία ανέφερα, και λέει: «Αλλά λέω, μήπως δεν άκουσαν;» Διότι τι σημαίνει, λέει, αν απεστάλησαν οι κήρυκες, και κήρυξαν όσα τους προστάχθηκαν, αυτοί όμως δεν άκουσαν; Έπειτα, με κάθε έμφαση ακολουθεί η λύση της αντίρρησης: «Μάλλον, σε όλη τη γη εξήλθε ο φθόγγος τους, και στα πέρατα της οικουμένης τα λόγια τους». Τι λες, λέει; Δεν άκουσαν; Η οικουμένη και τα πέρατα της γης άκουσαν· και εσείς, ανάμεσα στους οποίους οι κήρυκες διέμειναν τόσο πολύ χρόνο, και από τους οποίους κατάγονταν, δεν ακούσατε; Και πώς θα ήταν λογικό αυτό; Διότι, αν τα πέρατα της οικουμένης άκουσαν, πολύ περισσότερο εσείς. Έπειτα πάλι ακολουθεί άλλη αντίρρηση: «Αλλά λέω, μήπως ο Ισραήλ δεν εγνώρισε;» Διότι τι σημαίνει, αν άκουσαν μεν, αλλά δεν εννόησαν τα λεγόμενα, ούτε κατάλαβαν ότι αυτοί ακριβώς ήταν οι απεσταλμένοι; Δεν είναι άξιοι συγγνώμης εξαιτίας αυτής της άγνοιας; Ουδαμώς. Διότι και ο Ησαΐας τους χαρακτήρισε, λέγοντας: «Πόσο ωραία είναι τα πόδια εκείνων που ευαγγελίζονται την ειρήνη»· και πριν από αυτόν πάλι ο ίδιος ο νομοθέτης (ο Μωυσής). Γι' αυτό και πρόσθεσε: «Πρώτος ο Μωυσής λέει: Εγώ θα σας παρακινήσω σε ζηλοτυπία με ένα έθνος που δεν είναι έθνος, με ένα έθνος ασύνετο θα σας παροργίσω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες