Ἢ νομίζεις, ὦ Ἰουδαῖε, διὰ τὴν Σάῤῥαν προτιμηθῆναι τὸν Ἰσαὰκ τοῦ Ἰσμαὴλ καὶ τῶν ἀπὸ τῆς Χετούρας γεννωμένων παίδων τῷ Ἀβραάμ; τί ἂν εἴπῃς περὶ τῆς Ῥεβέκκας; ἐνταῦθα γὰρ καὶ μία μήτηρ, καὶ μία σύλληψις, δίδυμοι γὰρ οἱ παῖδες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα, κατ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν ἀμφοτέρους συνέλαβεν· ἀλλ’ ὁ μὲν θεοφιλὴς, ὁ δὲ τῆς θείας κηδεμονίας ἀνάξιος· καὶ οὐκ ἂν ἔμεινεν ὁ Θεὸς τῶν πραγμάτων τὴν πεῖραν, ἀλλ’ ἐκ τῶν πυϊσκομένων τὴν τούτων διαφορὰν προηγόρευσεν· προηγόρευσε δὲ τὴν ἑκάστου πρόθεσιν προμηθῶν· οὐ γὰρ ἄδικος ἡ ἐκλογὴ, ἀλλὰ τῇ προθέσει τῶν ἀνθρώπων συμβαίνουσα, καθὼς γέγραπται, «Τὸν Ἰακὼβ ἠγάπησα, τὸν δὲ Ἡσαῦ ἐμίσησα.» Τὸ γὰρ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἀβραὰμ εἰρημένον, ὅτι «Ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα,» δείκνυσιν ὡς οὐδὲ τὸ τοῦ γένους ἅπαν τῆς εὐλογίας μετειληφώς· οὐ γὰρ τῇ φύσει προσέχει ὁ Θεὸς, ἀλλὰ πίστιν καὶ ἀρετὴν ἐπιζητεῖ, ὡς καὶ ἐν τῷ Ὠσηὲ λέγει· «Καλέσω τὸν Οὐ λαόν μου, Λαόν μου· καὶ τὴν Οὐκ ἠγαπημένην, Ἠγαπημένην· καὶ ἔσται ἐν τῷ τόπῳ οὗ ἐῤῥέθη αὐτοῖς Οὐ λαός μου, ὑμεῖς, αὐτοὶ κληθήσονται υἱοὶ Θεοῦ ζῶντος· διότι τὰ ἔθνη τὰ μὴ γινώσκοντα δικαιοσύνην, κατέλαβον δικαιοσύνην·» δικαιοσύνην δὲ λέγει τὴν ἐκ πίστεως. Ἰσραὴλ δὲ διώκων νόμον ἰδίας δικαιοσύνης, δικαιοσύνην οὐκ ἔφθασεν. Διὰ τί; Διότι οὐκ ἐκ πίστεως, ἀλλ’ ἐξ ἔργων νόμου· ἐνόμισαν γὰρ ἐπαρκεῖν αὐτοῖς τὴν κατὰ νόμον πολιτείαν εἰς κτῆσιν δικαιοσύνης, καὶ πίστεως κατεφρόνησαν· οὗ δὴ χάριν καὶ τῶν τῆς πίστεως οὐ μετέσχον δωρεῶν· «Προσέκοψαν γὰρ τῷ λίθῳ τοῦ προσκόμματος, καθὼς γέγραπται· Ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον προσκόμματος καὶ πέτραν σκανδάλου, καὶ πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ’ αὐτὸν οὐ καταισχυνθήσεται.» Προσπταίειν εἰώθασιν οἱ ἑτέρωσε τὴν διάνοιαν τῶν Γραφῶν τῶν προφητειῶν ἔχοντες καὶ τὴν ὁδὸν προκόπτειν οὐκ ἐθέλοντες· τοῦτο πεπόνθασιν οἱ Ἰουδαῖοι· περὶ γὰρ δὴ τὰ περιττὰ τοῦ νόμου ἔχοντες, τὸν ὑπὸ τῶν προφητῶν προσαγορευθέντα λίθον ἰδεῖν οὐκ ἐθέλησαν· καίτοι σαφῶς οἱ προφῆται προεθέσπισαν, ὡς ὁ τούτοις πιστεύων, μεγίστων τεύξεται ἀγαθῶν· «Ζῆλον γὰρ Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ’ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν· ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσονται·» τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι· ὁ γὰρ νόμος πάντας ἡμᾶς, ἤγουν πᾶσαν φύσιν ἀνθρώπων, πρὸς τὸν Δεσπότην Χριστὸν ἐποδήγησεν.
Μετάφραση
Ή νομίζεις, Ιουδαίε, ότι ο Ισαάκ προτιμήθηκε από τον Ισμαήλ και από τα παιδιά που γέννησε στον Αβραάμ η Χετούρα εξαιτίας της Σάρρας; Και τι θα έλεγες για τη Ρεβέκκα; Διότι εδώ έχουμε και μία μητέρα και μία σύλληψη, αφού τα παιδιά ήταν δίδυμα· αυτό σημαίνει το “από έναν κοίτη έχουσα”, ότι δηλαδή κατά τον ίδιο καιρό συνέλαβε και τους δύο. Κι όμως, ο ένας ήταν θεοφιλής, ενώ ο άλλος ανάξιος της θείας πρόνοιας. Και ο Θεός δεν περίμενε να δοκιμαστούν τα πράγματα στην πράξη, αλλά προανήγγειλε τη διαφορά τους ήδη από όσα κυοφορούνταν· και την προανήγγειλε, επειδή προγνώριζε την προαίρεση του καθενός. Διότι η εκλογή δεν είναι άδικη, αλλά ανταποκρίνεται στην προαίρεση των ανθρώπων, όπως έχει γραφεί: «Τον Ιακώβ αγάπησα, ενώ τον Ησαύ εμίσησα». Διότι αυτό που είπε ο Θεός στον Αβραάμ, ότι «στον Ισαάκ θα σου ονομαστεί σπέρμα», δείχνει πως ούτε όλο το γένος έλαβε μέρος στην ευλογία· γιατί ο Θεός δεν προσέχει στη φύση, αλλά ζητεί πίστη και αρετή, όπως λέγει και στον Ωσηέ: «Θα ονομάσω τον Μη λαό μου, Λαό μου· και τη Μη αγαπημένη, Αγαπημένη· και θα γίνει στον τόπο όπου τους ειπώθηκε· Εσείς δεν είστε λαός μου, εκεί θα ονομαστούν υιοί του ζώντος Θεού». Διότι τα έθνη, που δεν γνώριζαν δικαιοσύνη, κατέλαβαν δικαιοσύνη· και ως δικαιοσύνη εννοεί εκείνη που προέρχεται από την πίστη. Ο δε Ισραήλ, ενώ επιδίωκε νόμο δικής του δικαιοσύνης, δεν έφθασε στη δικαιοσύνη. Γιατί; Επειδή δεν την επιδίωξε από πίστη, αλλά από έργα νόμου· διότι νόμισαν πως τους αρκούσε η κατά νόμον ζωή για να αποκτήσουν δικαιοσύνη, και περιφρόνησαν την πίστη. Γι’ αυτό ακριβώς δεν μετείχαν ούτε στις δωρεές της πίστεως· «διότι προσέκοψαν στον λίθο του προσκόμματος, καθώς έχει γραφεί· Ιδού, θέτω στη Σιών λίθο προσκόμματος και πέτρα σκανδάλου, και όποιος πιστεύει σ’ αυτόν δεν θα καταισχυνθεί». Συνηθίζουν να προσκόπτουν εκείνοι που έχουν τη διάνοιά τους στραμμένη αλλού από τις προφητείες των Γραφών και δεν θέλουν να προχωρήσουν στην οδό· αυτό ακριβώς έπαθαν οι Ιουδαίοι. Επειδή δηλαδή ήταν απορροφημένοι στα περιττά του νόμου, δεν θέλησαν να δουν τον λίθο που είχε προαναγγελθεί από τους προφήτες· παρόλο που οι προφήτες είχαν σαφώς προθεσπίσει ότι όποιος πιστεύει σ’ αυτόν θα αξιωθεί τα μέγιστα αγαθά. «Διότι έχουν ζήλο Θεού, αλλά όχι σύμφωνα με επίγνωση· επειδή αγνοούν τη δικαιοσύνη του Θεού και ζητούν να στήσουν τη δική τους δικαιοσύνη, δεν υποτάσσονται στη δικαιοσύνη του Θεού». Διότι το τέλος του νόμου είναι ο Χριστός, προς δικαιοσύνη για κάθε πιστεύοντα· επειδή ο νόμος οδήγησε όλους εμάς, δηλαδή ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, προς τον Δεσπότη Χριστό. Στείλε το επόμενο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες