οὐκοῦν ἀβασάνιστα τὰ ὑπὲρ ἡμᾶς· εἰ γάρ ἐστιν ἀληθὲς ὅτι περ “τὰ ἐν χερσὶν εὑρίσκομεν μετὰ βίας,” κατὰ τὸ γεγραμμένον, πῶς οὐκ ἀναγκαῖον ἐννοεῖν, ὡς ἔν γε τοῖς ὑπὲρ λόγον, χρησιμωτάτη λίαν ἡ πίστις, οὐκ ἀκολουθούσης ἐρεύνης, οὐ ζητήσεως εἰκαίας ἐπενηνεγμένης; συνέσει γὰρ τὰ τοιάδε τῶν πραγμάτων τιμᾶται λαμπρῶς. <Πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ᾽ αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται κ.τ.λ.> Μὴ ποιείσθω ἴδιον ἀγαθὸν τὴν διὰ πίστεως σωτηρίαν ὁ Ἰσραήλ· πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηταί φησι τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται, κἂν ἰουδαῖος ᾖ κἂν ἕλλην, κἂν δοῦλος κἂν ἐλεύθερος· ἀδιαφόρως σώζει ὁ Θεὸς τῶν ὅλων, αὐτοῦ γὰρ ἅπαντα· οὕτω φαμὲν ἀνακεφαλαιοῦσθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ. <Μὴ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ; μὴ γένοιτο.> Ἐμφρόνως ὁ Παῦλος καίτοι παθόντα τὸν σκοτισμὸν οὐκ ἐᾷ μειζόνως κατασκληρύνεσθαι τὸν Ἰσραὴλ ταῖς εἰς ἅπαν ἀπογνώσεσι, μέτεισι δὲ ὥσπερ ἐντέχνως ταῖς χρηστοεπείαις. ἄρτι μὲν γὰρ ὡς ἀπειθῆ κατῃτιᾶτο τὸν Ἰσραήλ· ἐλπίδος γεμὴν τῆς ἄνωθεν οὐκ ἀπογυμνοῖ, οὔτε μὴν ὁλοτρόπως τῆς πρὸς Θεὸν οἰκειότητος ἐξωσθῆναί φησι. καὶ σαφῆ τοῦ πράγματος ποιεῖται τὴν ἀπόδειξιν, ἑαυτὸν παραθεὶς ὄντα Ἰσραηλίτην καὶ ἐκ σπέρματος Ἁβραὰμ, εὐφυέστατά τε καὶ Θεοῦ λαὸν ἀποκαλῶν ἔτι, καὶ προστιθεὶς τό Μὴ γένοιτο τοῖς περὶ τοῦ ἀπεῶσθαι λόγοις.
Μετάφραση
Επομένως είναι ανεξερεύνητα αυτά που βρίσκονται πάνω από εμάς. Διότι, αν είναι αλήθεια ότι «τα όσα είναι στα χέρια μας τα ανακαλύπτουμε με κόπο», σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί, πώς δεν είναι αναγκαίο να σκεφτούμε ότι, τουλάχιστον σε εκείνα που υπερβαίνουν τη λογική, η πίστη είναι εξαιρετικά χρησιμότατη, χωρίς να ακολουθεί έρευνα, ούτε να επιφέρεται μάταιη αναζήτηση; Διότι τέτοιου είδους πράγματα τιμώνται λαμπρά με τη σύνεση. <Καθένας που πιστεύει σε αυτόν δεν θα ντροπιαστεί κ.λπ.> Ας μην κάνει δικό του αποκλειστικό αγαθό τη σωτηρία μέσω της πίστης ο Ισραήλ. Διότι «καθένας», λέει, «που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί», είτε είναι Ιουδαίος είτε είναι Έλληνας, είτε είναι δούλος είτε είναι ελεύθερος. Ο Θεός των όλων σώζει χωρίς διακρίσεις, διότι όλα δικά του είναι. Έτσι λέμε ότι ανακεφαλαιώνονται τα πάντα στον Χριστό. <Μήπως απέρριψε ο Θεός τον λαό του; Μη γένοιτο.> Με φρόνηση ο Παύλος, αν και ο Ισραήλ έπαθε συσκότιση, δεν τον αφήνει να σκληρυνθεί περισσότερο με πλήρη απελπισία, αλλά προχωρά τεχνηέντως με παρηγορητικά λόγια. Διότι προηγουμένως κατηγορούσε τον Ισραήλ ως απειθή, ωστόσο δεν τον αποστερεί από την άνωθεν ελπίδα, ούτε λέει ότι αποβλήθηκε ολοκληρωτικά από την οικειότητα προς τον Θεό. Και κάνει σαφή την απόδειξη του πράγματος, προβάλλοντας τον εαυτό του που είναι Ισραηλίτης και από το σπέρμα του Αβραάμ, αποκαλώντας τον ακόμα πολύ έξυπνα λαό του Θεού, και προσθέτοντας το «Μη γένοιτο» στα λόγια περί απορρίψεως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες