Καὶ πάλιν· Εἰ γὰρ ὁ θεὸς τῶν κατὰ φύσιν κλάδων οὐκ ἐφείσατο, τουτέστι τῶν κατὰ ἀλήθειαν συνουσιωμένων ἐν τῇ ῥίζῃ, οὐδὲ σοῦ φείσεται τοῦ ἀρνουμένου τὴν ἀλήθειαν. Ἀντιστρέψωμεν πάλιν τὴν λέξιν διὰ τοὺς στρεβλοὺς καὶ εἴπωμεν· «Εἰ γὰρ ὁ θεὸς τῶν κατὰ πρόσωπον κλάδων οὐκ ἐφείσατο». Ποῖον πρόσωπον, εἰπέ μοι, ἢ ποῦ ὅλως ἔχει λόγον ἢ ἀκολουθίαν τὸ λεγόμενον; Οὐκοῦν οὐκ ἔστιν ἡ φύσις πρόσωπον.
Μετάφραση
Και πάλι: «Διότι, αν ο Θεός δεν λυπήθηκε τους κλάδους που είναι κατά φύση», δηλαδή εκείνους που είναι αληθινά ομοούσιοι με τη ρίζα, «ούτε εσένα θα λυπηθεί, εσένα που αρνείσαι την αλήθεια». Ας αντιστρέψουμε πάλι τη φράση, εξαιτίας εκείνων που διαστρέφουν τα πράγματα, και ας πούμε: «Διότι, αν ο Θεός δεν λυπήθηκε τους κλάδους που είναι κατά πρόσωπο». Ποιο πρόσωπο, πες μου, ή πού έχει έστω κάποιο νόημα ή συνοχή αυτό που λέγεται; Επομένως, η φύση δεν είναι πρόσωπο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ηʹ Ἀπόδειξις ἐκ παλαιᾶς καὶ καινῆς διαθήκης καὶ ἀπ’ αὐτοῦ Μωϋσέως καὶ Σολομῶντος, ὅτι οὐ ταὐτὸν ἡ φύσις καὶ τὸ πρόσωπον