Ταῦτα ἀκούσαντες οἱ Φαρισαϊκοὶ κριταὶ, καὶ πλήθους ἀπείρου συναθροιζομένου· σάββατον γὰρ ἦν, ὅτε τὸ θαῦμα τοῦτο πεποίηκεν ὁ Ἰησοῦς· ἐπηρώτων αὐτὸν τὰ αὐτὰ τοῖς Ἰουδαίοις λέγοντες· Οἶδας, ἄνθρωπε, ποίῳ τόπῳ παρέστηκας, καὶ ὅτι ἀσυγχώρητον τὸ παρὸν κριτήριον τυγχάνει, καὶ ὡς οὐκ ἔστιν ἐνταῦθα πλάνην διαλαθεῖν ποτε. Λέγε ἡμῖν μετὰ πάσης ἀκριβείας· Πῶς ἀνέβλεψας; Τί σοι ἐποίησεν ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὃν λέγεις; Ὁ δὲ, ἀναβλέψας πρὸς τὸ Φαρισαϊκὸν κριτήριον, ἀπεκρίνατο· Πῶς ἀνέβλεψα, πάλιν περιεργάζεσθε; πάλιν ὡς κατάδικον εὐθύνετε, λέγοντές μοι· Πῶς ἀνέβλεψας; Ἐὰν ὑμῖν εἴπω, πάλιν θορυβεῖσθε. Τὸ πῶς ἀνέβλεψα, ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ. Τὴν μὲν αἰτίαν τῆς περιοδίας λέγω, τὴν δὲ ἐξουσίαν τῆς θαυματουργίας, οὐκ ἔχω λέγειν· «Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου; ἢ τίς ξύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο; ἢ τίς προέδωκεν αὐτῷ, καὶ οὐκ ἀνταποδοθήσεται αὐτῷ;» Εἰ θέλετε μαθεῖν τὴν περιοδίαν, αὕτη ἐστὶν, ἣν ἤδη προεῖπον· «Πηλὸν ἐποίησε, καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμούς· καὶ εἶπέ μοι· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ. Ἀπῆλθον δὲ, καὶ ἐνιψάμην, καὶ εὐθέως ἀνέβλεψα·» οὐ τοῦ ὕδατος ἐνεργήσαντος, ἀλλὰ τοῦ πτύσματος παραδοξοποιήσαντος.
Μετάφραση
Ακούγοντας αυτά οι Φαρισαίοι κριτές, και καθώς συγκεντρωνόταν άπειρο πλήθος· διότι ήταν Σάββατο όταν έκανε αυτό το θαύμα ο Ιησούς· τον ρωτούσαν τα ίδια με τους Ιουδαίους λέγοντας: Γνωρίζεις, άνθρωπε, σε ποιον τόπο παρίστασαι, και ότι το παρόν δικαστήριο είναι αμείλικτο, και ότι δεν είναι δυνατόν να περάσει ποτέ εδώ απαρατήρητη η απάτη. Πες μας με κάθε ακρίβεια: Πώς ανέβλεψας; Τι σου έκανε εκείνος ο άνθρωπος, τον οποίο αναφέρεις; Εκείνος δε, υψώνοντας το βλέμμα του προς το δικαστήριο των Φαρισαίων, αποκρίθηκε: Πώς ανέβλεψα, πάλι περιεργάζεστε; Πάλι σαν κατάδικο με ανακρίνετε, λέγοντάς μου: Πώς ανέβλεψας; Αν σας το πω, πάλι θα θορυβηθείτε. Το πώς ανέβλεψα, εγώ θα σας το πω. Τον τρόπο της διαδικασίας τον λέω, την εξουσία όμως της θαυματουργίας δεν μπορώ να την εξηγήσω· «Διότι, ποιος εγνώρισε τον νου του Κυρίου; Ή ποιος έγινε σύμβουλός του; Ή ποιος του έδωσε κάτι πρώτος, ώστε να του ανταποδοθεί;» Αν θέλετε να μάθετε τη διαδικασία, είναι αυτή που ήδη σας προείπα: «Έφτιαξε πηλό και μου άλειψε τα μάτια· και μου είπε: Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Εγώ πήγα, νίφτηκα, και αμέσως ανέβλεψα·» όχι επειδή ενέργησε το νερό, αλλά επειδή θαυματούργησε το πτύελο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες