ἀλλ᾽ ὥσπερ τότε Θεὸς μὲν οὐκ ἦν ὁ ταῖς οὕτω δειναῖς ἀνοσιουργίαις ἐνιεὶς τὸν Ἰσραὴλ, ἰδίαις δὲ μᾶλλον ἀπονοίαις χρώμενοι κατώλισθον αὐτοὶ, οὕτω δὴ πάλιν προθέντος ἅπασι τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς τὴν διὰ Χριστὸν σωτηρίαν, διωθουμένου δὲ παντελῶς οὐδένα, κατώλισθον ἐθελοντὶ πρὸς ἀπόστασιν, παρωσάμενοι τὸν λυτρωτήν. οὐκοῦν οὐκ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ, προὔθηκε γὰρ, ὡς ἔφην, τὸ εἴπερ ἕλοιντο μεταλαχεῖν τῆς διὰ Χριστοῦ σωτηρίας. <Εἰ δὲ χάριτι, οὐκ ἔτι ἐξ ἔργων κ.τ.λ.> Εἰ δὲ χάριτί φησιν οὐκ ἔτι ἐξ ἔργων, ἐπεὶ ἡ χάρις οὐκ ἔτι γίνεται χάρις· ἔνθα, φησὶν, ἂν οἴοιτό τις ἐξ ἔργων εὐδοκιμεῖν, ἐκεῖ δὴ πάντως εἰκαῖον ἔσται καὶ περιττὸν τὸ τῆς χάριτος ὄνομά τε καὶ χρῆμα· “Τῷ γὰρ ἐργαζομένῳ, φησὶν, ”ὁ μισθὸς οὐ λογίζεται κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατὰ ὀφείλημα·” οὐκοῦν εἰ ἐξ ἔργων ἡ χάρις, οὐκ ἔτι γίνεται χάρις. <Τί οὖν; ὃ ἐπιζητεῖ Ἰσραὴλ, τούτου οὐκ ἐπέτυχεν.> Ἔφη μὲν ὅτι “οὐκ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ·” ἐπειδὴ δὲ ἦν εἰκὸς ἀνταναστῆναί τινας, ἐκεῖνό που πάντως προϊσχομένους καὶ λέγοντας Καίτοι πῶς οὐκ ἀπώσατο τὸν λαὸν ὁ Θεὸς, εἴπερ ἀπώλισθεν ὁ Ἰσραὴλ, εἰ καὶ μὴ εἰς ἅπαν καὶ ὁλοτελῶς, ἀλλ᾽ οὖν ὡς ἐν μοίρᾳ; λεῖμμα γὰρ σέσωσται, καὶ τοῦτο κατ᾽ ἐκλογήν· ὑπαντᾷ δὲ πάλιν καὶ μάλα ἐμφρόνως καί φησι Τί οὖν; τουτέστι, τί δὴ πρὸς ταῦτά φημι;
Μετάφραση
Αλλά όπως τότε δεν ήταν ο Θεός εκείνος που ώθησε τον Ισραήλ σε τόσο φοβερές ανόσιες πράξεις, αλλά μάλλον ακολουθώντας τη δική τους παραφροσύνη εξέπεσαν μόνοι τους, έτσι ακριβώς και πάλι, ενώ ο Θεός και Πατέρας προσέφερε σε όλους τη σωτηρία μέσω του Χριστού, χωρίς να αποκλείει απολύτως κανέναν, αυτοί εξέπεσαν θεληματικά προς την αποστασία, απορρίπτοντας τον Λυτρωτή. Επομένως, δεν απέρριψε ο Θεός τον λαό Του, διότι τους προσέφερε, όπως είπα, τη δυνατότητα, εφόσον το επέλεγαν, να γίνουν μέτοχοι της σωτηρίας μέσω του Χριστού. «Εάν δε κατά χάριν, δεν προέρχεται πλέον από έργα κ.λπ.» Εάν δε γίνεται κατά χάριν, λέει, δεν προέρχεται πλέον από έργα, διότι διαφορετικά η χάρις δεν είναι πλέον χάρις. Διότι όπου, λέει, θεωρεί κανείς ότι δικαιώνεται από τα έργα, εκεί οπωσδήποτε θα είναι μάταιο και περιττό το όνομα και η ουσία της χάριτος· «Διότι σε εκείνον που εργάζεται», λέει, «ο μισθός δεν λογίζεται κατά χάριν, αλλά ως οφειλή». Επομένως, εάν η χάρις προέρχεται από έργα, δεν είναι πλέον χάρις. «Τι λοιπόν; Εκείνο που επιζητεί ο Ισραήλ, αυτό δεν το πέτυχε.» Είπε βέβαια ότι «δεν απέρριψε ο Θεός τον λαό Του»· επειδή όμως ήταν επόμενο να αντιταχθούν κάποιοι, προβάλλοντας οπωσδήποτε το εξής επιχείρημα και λέγοντας: «Και όμως, πώς δεν απέρριψε τον λαό ο Θεός, εφόσον ο Ισραήλ εξέπεσε, έστω κι αν όχι εξ ολοκλήρου και πλήρως, αλλά κατά ένα μέρος; Διότι ένα υπόλειμμα σώθηκε, και αυτό κατ' εκλογήν»· γι' αυτό απαντά και πάλι με πολλή σύνεση και λέει: «Τι λοιπόν;», δηλαδή, τι έχω να πω λοιπόν απέναντι σε αυτά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες