Ἀνεκεκράγει γὰρ ὁ Θωμᾶς· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου,» ἀναμετρήσας δακτύλῳ πλευράν τε τὴν σώματος καὶ τὰς διατρήσεις τῶν ἥλων. Γεγενῆσθαι δέ φησι τοὺς ἁγίους ἀποστόλους καὶ ὁ θεῖος ἡμῖν Λουκᾶς αὐτόπτας τε καὶ ὑπηρέτας τοῦ Λόγου. Γέγονε γὰρ ἐμφανὴς ὁ ἀσώματος, καὶ ἁπτὸς ὁ ἀναφής, οὐκ ὀθνεῖον ἔχων ἔτι περίβλημα τὴν ἀπὸ γῆς σάρκα, ἀλλ᾽ ἴδιον αὐτὴν ποιησάμενος ναόν, καὶ σὺν αὐτῇ γνωριζόμενος ὡς Θεὸς καὶ Κύριος. Γεγραφότα δὲ οἶσθά που τὸν ἱερώτατον Παῦλον· «Οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ἑαυτῷ ζῇ, καὶ οὐδεὶς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει. Ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν. Ἐάν τε οὖν ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν. Εἰς τοῦτο γὰρ Χριστὸς ἀπέθανε καὶ ἔζησεν, ἵνα καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων κυριεύσῃ.» Ἄραρεν οὖν ὅτι κεκυρίευκεν ἀληθῶς νεκρῶν τε καὶ ζώντων ὁ μὴ ἑτέρου του χάριν ἢ ὅτι τοῦδε καὶ μόνου τεθνεὼς καὶ ἐγηγερμένος. Β— Ἄραρεν. Α— Τίνα δὴ οὖν, ὦ γενναῖε, φαμὲν ὡς ὑπέδυ μὲν θάνατον, ἀνεβίω δὲ αὖ; Β— Τὸν Υἱὸν δηλονότι. Α— Ἀλλ᾽ ὅτι μὲν τὸν Υἱόν, εὖ λέγεις, ἐπαινέσομαι γὰρ οὖν. Ἐθέλοιμι δ᾽ ἄν σου διαμαθεῖν πότερα θνητὸς καὶ φθορᾷ κάτοχος ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς Λόγος ἢ πέρα θανάτου καὶ φθορᾶς ἀμείνων ὡς ζωή; Β— Οὕτω φημί. Α— Εἶτα πῶς γέγονεν «ἐν νεκροῖς καὶ ἐλεύθερος» κατὰ τὰς Γραφάς; Τεθναίη γὰρ ἂν οὔτι που καθ᾽ ἑαυτὸν ὁ Λόγος.
Μετάφραση
Διότι ο Θωμάς αναφώνησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου», ψηλαφώντας με το δάχτυλο την πλευρά του σώματος και τις τρύπες των καρφιών. Και ο θείος Λουκάς μάς λέει ότι οι άγιοι απόστολοι έγιναν αυτόπτες και υπηρέτες του Λόγου. Διότι ο ασώματος έγινε ορατός, και ο άυλος ψηλαφητός, μη έχοντας την από γη σάρκα ως ξένο πλέον περίβλημα, αλλά κάνοντάς την δικό του ναό, και μαζί με αυτήν αναγνωριζόμενος ως Θεός και Κύριος. Και γνωρίζεις βέβαια ότι ο ιερώτατος Παύλος έχει γράψει: «Διότι κανείς από εμάς δεν ζει για τον εαυτό του, και κανείς δεν πεθαίνει για τον εαυτό του. Εάν ζούμε, ζούμε για τον Κύριο, και εάν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε για τον Κύριο. Είτε λοιπόν ζούμε, είτε πεθαίνουμε, του Κυρίου είμαστε. Διότι γι' αυτό τον σκοπό ο Χριστός πέθανε και ανέστη, για να κυριεύσει και επί νεκρών και επί ζώντων». Είναι λοιπόν βέβαιο ότι κυρίευσε αληθινά και νεκρούς και ζωντανούς αυτός που πέθανε και αναστήθηκε όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά μόνο γι' αυτόν. Β — Είναι βέβαιο. Α — Ποιον λοιπόν, γενναίε μου, λέμε ότι υπέστη τον θάνατο και αναστήθηκε πάλι; Β — Τον Υιό προφανώς. Α — Πολύ σωστά λες τον Υιό, και γι' αυτό σε επαινώ. Θα ήθελα όμως να μάθω από εσένα: ο Λόγος που προέρχεται από τον Θεό Πατέρα είναι θνητός και υποκείμενος στη φθορά, ή βρίσκεται πέρα από τον θάνατο και υπεράνω της φθοράς ως ζωή; Β — Αυτό λέω. Α — Τότε πώς βρέθηκε «ελεύθερος ανάμεσα στους νεκρούς» σύμφωνα με τις Γραφές; Διότι ο Λόγος από μόνος του σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να πεθάνει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες