Θάνατον δὲ πάλιν εἴρηκεν αὐτὴν ὁ Δαβὶδ εἰπών· «Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ.» Εἶδες πῶς καὶ ὕπνον, καὶ κοίτην, καὶ κλίνην, καὶ θάνατον αὐτὴν ἔδειξεν ἡ θεία Γραφή. Θάνατον δὲ ταύτην εἴρηκεν, ὅτι ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. Ὥσπερ γὰρ τὸν τεθνεῶτα οὐκ ἔστιν ἐπιστρέψαι ἐν βίῳ καὶ ἁμαρτῆσαι οὐκ ἔτι· οὕτως οὐδὲ τὸν οὕτω καταξιωθέντα οὐκ ἔστιν εἰς τὰ ὀπίσω στραφῆναι, ἀλλὰ λέγει μετὰ τοῦ Δαβίδ· «Κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι;» μετὰ δὲ τοῦ Παύλου· «Ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν·» καὶ πάλιν· «Ζῶ δὲ οὐκ ἔτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός. Ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκὶ, ἐν πίστει ζῶ.» Εἰς τοῦτο τελειωθέντες οἱ ἅγιοι, κατεφρόνησαν τὸν κόσμον, καὶ οὐχ ἡδονὴν ἡγοῦντο τὴν ἡδονὴν τοῦ κόσμου τούτου. Οἱ δὲ μάρτυρες τὰς βασάνους κατεφρόνησαν.
Μετάφραση
Και θάνατο πάλι την ονόμασε ο Δαβίδ λέγοντας: «Τίμιος ενώπιον του Κυρίου είναι ο θάνατος των οσίων του». Είδες πώς και ύπνο, και κοίτη, και κλίνη, και θάνατο την παρουσίασε η θεία Γραφή; Την ονόμασε δε θάνατο, διότι εκείνος που πέθανε έχει δικαιωθεί από την αμαρτία. Διότι, όπως ακριβώς δεν είναι δυνατόν να επιστρέψει στη ζωή ο νεκρός και να αμαρτήσει πλέον, έτσι ούτε εκείνος που έχει αξιωθεί αυτής της κατάστασης είναι δυνατόν να στραφεί προς τα πίσω, αλλά λέει μαζί με τον Δαβίδ: «Ο Κύριος είναι φωτισμός μου και σωτήρας μου· ποιον θα φοβηθώ;», και μαζί με τον Παύλο: «Διότι, είτε ζούμε είτε πεθαίνουμε, του Κυρίου είμαστε», και πάλι: «Ζω δε, όχι πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και αυτό που τώρα ζω στη σάρκα, το ζω με την πίστη». Αφού έφθασαν σε αυτήν την τελειότητα οι άγιοι, περιφρόνησαν τον κόσμο και δεν θεωρούσαν ηδονή την ηδονή αυτού του κόσμου. Οι δε μάρτυρες περιφρόνησαν τα βασανιστήρια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες