Τοιγάρτοι πρὸς ἀδιάσπαστον κοινωνίαν οἱονεί πως ἀνακιρνὰς τὰ ἀμφοῖν ὁ θεσπέσιος Παῦλος, ὁτὲ μὲν Θεοῦ τοῦ Πατρὸς ὁτὲ δὲ Χριστοῦ τὸ Εὐαγγέλιον εἶναί φησι. Βούλει, λέγωμεν τὰ ἐξ ἱερῶν ἑλόντες Γραμμάτων εἰς πληροφορίαν; Β. Καὶ μάλα. Α. Ἔφη τοίνυν· «Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητὸς ἀπόστολος, ἀφωρισμένος εἰς Εὐαγγέλιον Θεοῦ.» Μετακομίζων δὲ ὥσπερ τὴν τοῦ Θεοῦ δόξαν ἐπὶ τὸν ἐξ αὐτοῦ τε καὶ ἐν αὐτῷ καὶ σὺν αὐτῷ νοούμενον Υἱόν, ἔφη πάλιν· «Ἀλλ᾽ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἵνα μή τινα ἐγκοπὴν δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.» Ἀμφοῖν δὲ τοῖν ὀνομάτοιν τὴν δήλωσιν κατασφίγγων εἰς ἕν, διὰ τὴν ταὐτότητα τῆς οὐσίας· «Τολμηρότερον δέ, φησίν, ἔγραψα ὑμῖν ἀπὸ μέρους, ὡς ἐπαναμιμνήσκων ὑμᾶς διὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσάν μοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ εἶναί με λειτουργὸν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τὰ ἔθνη, ἱερουργοῦντα τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ, ἵνα γένηται ἡ προσφορὰ τῶν ἐθνῶν εὐπρόσδεκτος, ἡγιασμένη ἐν Πνεύματι ἁγίῳ.» Ἓν οὖν ἄρα τὸ Εὐαγγέλιον Χριστοῦ καὶ Θεοῦ, καὶ ὅσπερ ἂν γένοιτο περὶ Θεοῦ λόγος, οὑτοσὶ ἤδη πρέπων ἂν εἴη καὶ τῷ Υἱῷ. Εἰ δὲ δή τι τὸ μεσολαβοῦν καὶ διιστῶν εἰς ἀνομοιότητα κατεφαίνετο τοῦ τεκόντος τὸ γεννηθέν, γένοιτ᾽ ἂν ἤδη πως οὐχ ὁ αὐτὸς ἐπ᾽ ἀμφοῖν ἔτι λόγος. Ἢ οὐκ ἀληθὲς εἶναι φῄς, ὦ Ἑρμεία; Β. Ἔγωγε. Α.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο, λοιπόν, ο θεσπέσιος Παύλος, αναμειγνύοντας κατά κάποιον τρόπο τα στοιχεία και των δύο προς μια αδιάσπαστη κοινωνία, λέει ότι το Ευαγγέλιο είναι άλλοτε του Θεού Πατέρα και άλλοτε του Χριστού. Θέλεις να τα αναφέρουμε αυτά αντλώντας από τα Ιερά Γράμματα προς βεβαίωση; Β. Και βέβαια. Α. Είπε λοιπόν: «Ο Παύλος, δούλος του Ιησού Χριστού, κλητός απόστολος, ξεχωρισμένος για το Ευαγγέλιο του Θεού.» Μεταφέροντας δε, τρόπον τινά, τη δόξα του Θεού στον Υιό, ο οποίος νοείται ως προερχόμενος από Αυτόν και ευρισκόμενος μέσα σε Αυτόν και μαζί με Αυτόν, είπε πάλι: «Αλλά δεν χρησιμοποιήσαμε την εξουσία αυτή, για να μην προκαλέσουμε κάποιο πρόσκομμα στο Ευαγγέλιο του Χριστού.» Συνενώνοντας δε σε ένα τη δήλωση και των δύο ονομάτων, λόγω της ταυτότητας της ουσίας, προσθέτει: «Πιο τολμηρά δε, λέει, σας έγραψα εν μέρει, ως υπενθύμιση προς εσάς, δια της χάριτος που μου δόθηκε από τον Θεό εις το να είμαι λειτουργός του Ιησού Χριστού στα έθνη, ιερουργώντας το Ευαγγέλιο του Θεού, ώστε να γίνει η προσφορά των εθνών ευπρόσδεκτη, αγιασμένη εν Αγίω Πνεύματι.» Ένα, λοιπόν, είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού και του Θεού, και όποιος λόγος θα ίσχυε για τον Θεό, αυτός πλέον θα έπρεπε να ισχύει και για τον Υιό. Εάν, όμως, φαινόταν ότι υπάρχει κάτι που μεσολαβεί και διαχωρίζει σε ανομοιότητα το γεννηθέν από αυτόν που το γέννησε, τότε δεν θα ίσχυε πλέον κατά τον ίδιο τρόπο ο αυτός λόγος και για τους δύο. Ή μήπως υποστηρίζεις ότι αυτό δεν είναι αληθές, Ερμεία; Β. Εγώ συμφωνώ απολύτως. Α.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες