βʹ. Ὅρα πῶς οὔτε εὐχὴν χωρὶς ἔργων, οὔτε ἔργα χωρὶς εὐχῆς τίθησι. Μαρτυρήσας γὰρ αὐτοῖς τὴν ὑπακοὴν, τότε ἐπηύξατο, δεικνὺς ὅτι ἀμφοτέρων δεόμεθα, καὶ τῶν παρ᾽ ἡμῶν, καὶ τῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ, εἰ μέλλοιμεν μετὰ ἀκριβείας σώζεσθαι. Καὶ γὰρ οὐκ ἔμπροσθεν μόνον, ἀλλὰ καὶ νῦν, κἂν μεγάλοι ὦμεν καὶ εὐδόκιμοι, τῆς παρ᾽ αὐτοῦ δεόμεθα χάριτος· Ἀσπάζεται ὑμᾶς Τιμόθεος ὁ συνεργός μου. Εἶδες πάλιν τὰ συνήθη ἐγκώμια; Καὶ Λούκιος καὶ Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος οἱ συγγενεῖς μου. Τούτου τοῦ Ἰάσονος καὶ Λουκᾶς μέμνηται, καὶ τὴν ἀνδρείαν αὐτοῦ παρίστησιν ἡμῖν λέγων, ὅτι ἦγον αὐτὸν ἐπὶ τοὺς πολιτάρχας βοῶντες. Καὶ τοὺς ἄλλους δὲ εἰκὸς εἶναι τῶν ἐπισήμων· οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῶν μέμνηται, εἰ μὴ κατὰ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἐοικότες αὐτῷ.
Μετάφραση
βʹ. Πρόσεξε πώς δεν παραθέτει ούτε την προσευχή χωρίς τα έργα ούτε τα έργα χωρίς την προσευχή. Διότι, αφού πρώτα βεβαίωσε την υπακοή τους, τότε προσευχήθηκε, δείχνοντας ότι έχουμε ανάγκη και από τα δύο, και από εκείνα που προέρχονται από εμάς και από εκείνα που προέρχονται από τον Θεό, εάν πρόκειται να σωθούμε με ασφάλεια. Διότι, όχι μόνο στο παρελθόν, αλλά και τώρα, ακόμη κι αν είμαστε σπουδαίοι και ενάρετοι, έχουμε ανάγκη από τη δική Του χάρη: «Σας ασπάζεται ο Τιμόθεος ο συνεργάτης μου». Είδες πάλι τα συνηθισμένα εγκώμια; «Και ο Λούκιος και ο Ιάσων και ο Σωσίπατρος οι συγγενείς μου». Αυτόν τον Ιάσονα τον μνημονεύει και ο Λουκάς, και μας παρουσιάζει την ανδρεία του λέγοντας, ότι τον οδηγούσαν προς τους πολιτάρχες κραυγάζοντας. Είναι δε επόμενο και οι υπόλοιποι να συγκαταλέγονται στους διακεκριμένους· διότι δεν θα μνημόνευε απλώς συγγενείς, εάν δεν του έμοιαζαν ως προς την ευσέβεια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες