τὸ μὲν οὖν κατὰ σάρκα τῆς δουλείας ἀφεῖναι τὸν ἄνθρωπον ἡ τῶν κρατούντων ἐξουσία κεκτήσεται, τὸ δὲ ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἐλευθεροῦν, μόνῳ μὲν ἂν πρέποι κατειρῆσθαι Θεῷ, ἁρμόσει δὲ τῶν ἄλλων οὐδενί. οὐκοῦν ἀναπείθει τὰ εἰκότα φρονεῖν, καὶ τῆς ὄντως τε καὶ ἀληθοῦς ἐλευθερίας ἐφίεσθαι, ζητεῖν δὲ οὕτω λοιπὸν οὐ τὴν τῶν προγόνων λαμπρότητα πρὸς οὐδὲν οὖσαν αὐτοῖς εἰς τοῦτο λυσιτελῆ, μόνον δὲ τὸν τῶν ἰδίων νόμων κατεξουσιάζοντα Θεὸν, ὧν ἡ παράβασις τὴν ἁμαρτίαν δημιουργεῖ τῆς ἐν τῇ ψυχῇ δουλείας τὴν τροφόν. ἔοικε δέ πως ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς λεληθότως ἔτι καὶ πολὺ κατεσκιασμένως ἐλέγχειν αὐτοὺς, ὡσανεὶ μάτην ἐπ᾽ ἀνθρώπῳ φρονοῦντας μέγα, ἐλεύθερόν τε ὑπάρχειν παντελῶς οἰομένους τὸν μακάριον Ἁβραάμ. τῷ γὰρ γενικώτερον ἀποφήνασθαι πάντα τὸν ποιοῦντα τὴν ἁμαρτίαν δοῦλον εἶναι τῆς ἁμαρτίας, καὶ αὐτὸν εἴσω βρόχων ποιεῖται τὸν Ἁβραὰμ δοῦλον ὄντα τῆς ἁμαρτίας ποτέ· δεδικαίωται γὰρ οὐ δίκαιος ὢν, ἀλλ᾽ ὅτε πεπίστευκε τῷ Θεῷ πρὸς τὴν ἐκ τοῦ δεδικαιῶσθαι κεκλημένος ἐλευθερίαν. καὶ οὐχὶ πάντως τῇ τοῦ δικαίου φιλονεικοῦντες δόξῃ τὰ τοιαῦτά φαμεν, ἀλλ᾽ ἐπείπερ οὐδεὶς ἐν ἀνθρώποις τῶν τῆς ἁμαρτίας βελῶν ἀπείρατος, ὑπηνέχθη δὲ πάντως καὶ ὁ δοκῶν εἶναι μέγας τῷ τῆς ἁμαρτίας ζυγῷ, κατὰ τὸ γεγραμμένον “Οὐκ ”ἔστι δίκαιος οὐδεὶς, πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται “τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.”
Μετάφραση
Η εξουσία των αρχόντων, λοιπόν, θα κατέχει τη δυνατότητα να απαλλάσσει τον άνθρωπο από την κατά σάρκα δουλεία, όμως το να ελευθερώνει κανείς από την αμαρτία θα ταίριαζε να αποδίδεται μόνο στον Θεό και σε κανέναν άλλον. Επομένως, τους προτρέπει να σκέφτονται τα πρέποντα και να επιθυμούν την όντως και αληθινή ελευθερία, και εφεξής να μην αναζητούν τη λαμπρότητα των προγόνων τους, η οποία σε τίποτα δεν τους ωφελεί ως προς αυτό, αλλά μόνο τον Θεό που έχει την εξουσία των δικών Του νόμων, των οποίων η παράβαση δημιουργεί την αμαρτία, την τροφό της δουλείας μέσα στην ψυχή. Φαίνεται δε πώς ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, με τρόπο λανθάνοντα και πολύ συγκεκαλυμμένο, τους ελέγχει, επειδή μάταια υπερηφανεύονται για έναν άνθρωπο και νομίζουν ότι ο μακάριος Αβραάμ υπήρξε απολύτως ελεύθερος. Διότι, με το να αποφανθεί με γενικότερο τρόπο ότι καθένας που πράττει την αμαρτία είναι δούλος της αμαρτίας, περιλαμβάνει στα δεσμά αυτά και τον ίδιο τον Αβραάμ, ο οποίος υπήρξε κάποτε δούλος της αμαρτίας. Διότι δικαιώθηκε, όχι επειδή ήταν δίκαιος, αλλά όταν πίστεψε στον Θεό, έχοντας κληθεί στην ελευθερία που προέρχεται από τη δικαίωση. Και δεν τα λέμε βέβαια αυτά επειδή αντιμαχόμαστε τη δόξα του δικαίου, αλλά επειδή κανείς ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι απείραχτος από τα βέλη της αμαρτίας, και υποτάχθηκε πλήρως στον ζυγό της αμαρτίας ακόμη και αυτός που θεωρείται μέγας, σύμφωνα με το γεγραμμένο: «Κανείς δεν είναι δίκαιος, διότι όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες