Ἀργεῖ γὰρ τὸ πνεῦμα τῆς γνώσεως καὶ τῆς εὐσεβείας ἐν καιροῖς, ὅτε οὐκ ἔστιν ὁ συνιὼν, οὐκ ἔστιν ὁ ἐκζητῶν τὸν Θεόν· καὶ οἱονεὶ ὄνειδός ἐστι ταῖς ἀρεταῖς τὸ μηδένα εἶναι τὸν ἀντεχόμενον αὐτῶν, ἀλλ᾽ οἱονεὶ χηρεύειν αὐτὰς ἀπορίᾳ τῆς ὑποδεχομένης αὐτὰς ψυχῆς. Τὸ γὰρ μηδένα δυνηθῆναι ἑλεῖν τῷ οἰκείῳ κάλλει, ἀλλ᾽ ἐναπομεῖναι τῇ ἐρημία, ὥσπερ καὶ τῶν ἀρετῶν δοκεῖ καθάπτεσθαι. Ὁ δὲ ἐν ἑαυτῷ πᾶν εἶδος ἀρετῆς κατὰ τὴν ἄκραν τελείωσιν ἐπιδεικνύναι μέλλων, ἀφαιρεῖ τὸν ὀνειδισμὸν ἀπ᾽ αὐτῶν.
Μετάφραση
Διότι αδρανεί το πνεύμα της γνώσεως και της ευσέβειας σε καιρούς κατά τους οποίους δεν υπάρχει εκείνος που έχει σύνεση, δεν υπάρχει εκείνος που αναζητά τον Θεό· και αποτελεί τρόπον τινά όνειδος για τις αρετές το να μην υπάρχει κανείς που να τις εγκολπώνεται, αλλά οιονεί να χηρεύουν εξαιτίας της ελλείψεως μιας ψυχής που να τις υποδέχεται. Διότι το να μην κατορθώσουν να ελκύσουν κανέναν με το οικείο τους κάλλος, αλλά να εναπομείνουν στην ερημία, φαίνεται πως πλήττει τις ίδιες τις αρετές. Εκείνος όμως, ο οποίος πρόκειται να αναδείξει στον εαυτό του κάθε είδος αρετής στην άκρα τελειότητά της, αφαιρεί τον ονειδισμό από αυτές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες