καὶ ὅτι φορτικὸς ἀληθῶς, διωμολογήκασιν ἐναργῶς οἱ θεσπέσιοι μαθηταί· ἔφασκον γάρ “Νῦν οὖν τί πειράζετε ”τὸν Θεὸν, ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν τράχηλον τῶν μαθητῶν, “ὃν οὔτε οἱ πατέρες ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς ἰσχύσαμεν βαστάσαι;” ὅτε τοίνυν Ἕλληνες μὲν ἦσαν ὑφ᾽ ἁμαρτίαν ὡς ἠγνοηκότες τὸν δημιουργὸν, Ἰουδαῖοι δὲ ὡς τῆς τοῦ νόμου παραβάσεως ἔνοχοι, ἐδέησεν ἀναγκαίως τοῖς οὖσιν ἐπὶ τῆς γῆς τοῦ δικαιοῦντος Χριστοῦ· δεδικαιώμεθα γὰρ “οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν ”δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸ πολὺ “αὐτοῦ ἔλεος·” αὐτὸς γὰρ ἦν ὁ καὶ πάλαι λέγων διὰ φωνῆς προφητῶν “Ἐγώ εἰμι ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου, καὶ οὐ ”μὴ μνησθήσομαι·” διάττει γεμὴν ἡ δικαιοῦσα χάρις εἰς πάντας ἐν ἴσῳ, ἰουδαίους τέ φημι καὶ ἕλληνας, ὅτι καὶ πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ· δόξα Θεοῦ δὲ νοοῖτ᾽ ἂν εἰκότως, τὸ μήτε εἰδέναι μήτε μὴ πεφυκέναι πλημμελεῖν· κατόπιν δὲ πάντως τῶν τῆς θεότητος αὐχημάτων, πᾶσα ἡ γενητὴ κτίσις· παρώλισθον γὰρ καὶ τῶν ἀγγέλων τινές. πλὴν εὐδόκησεν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ “ἀνακεφαλαιώ- ”σασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ” τῷ δικαιοῦντι δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι· τέθειται γὰρ ἱλαστήριον διὰ πίστεως ἐν τῷ αὐτοῦ αἵματι· ἐπειδὴ γὰρ πεποίηται τῆς ἁπάντων ζωῆς ἀντάλλαγμα τὸ ἴδιον αἷμα, σέσωκε τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν, ἵλεών τε καὶ εὐμενῆ κατέστησεν ἡμῖν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς Πατέρα καὶ Θεόν. <Ποῦ οὖν ἡ καύχησις;
Μετάφραση
Και ότι ήταν αληθινά βαρύς, το ομολόγησαν ξεκάθαρα οι θεσπέσιοι μαθητές· διότι έλεγαν: «Τώρα λοιπόν γιατί πειράζετε τον Θεό, με το να επιθέσετε ζυγό στον τράχηλο των μαθητών, τον οποίο ούτε οι πατέρες μας ούτε εμείς μπορέσαμε να βαστάξουμε;» Επειδή λοιπόν οι μεν Έλληνες βρίσκονταν υπό την αμαρτία ως αγνοούντες τον Δημιουργό, οι δε Ιουδαίοι ως ένοχοι για την παράβαση του νόμου, υπήρξε απολύτως αναγκαίος για όσους βρίσκονταν στη γη ο Χριστός που δικαιώνει· διότι έχουμε δικαιωθεί «όχι από έργα δικαιοσύνης τα οποία κάναμε εμείς, αλλά σύμφωνα με το πολύ του έλεος»· διότι αυτός ήταν που έλεγε και παλαιότερα μέσω της φωνής των προφητών: «Εγώ είμαι αυτός που εξαλείφει τις ανομίες σου και δεν πρόκειται να τις θυμηθώ πλέον». Η χάρη όμως που δικαιώνει επεκτείνεται σε όλους εξίσου, εννοώ Ιουδαίους και Έλληνες, επειδή όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού. Ως δόξα του Θεού θα μπορούσε εύλογα να νοηθεί το να μην γνωρίζει ούτε να έχει εκ φύσεως την ικανότητα να σφάλλει. Αλλά σίγουρα κάθε δημιουργημένη κτίση υπολείπεται από τα μεγαλεία της θεότητας· διότι παρεκτράπηκαν ακόμη και ορισμένοι από τους αγγέλους. Όμως ο Θεός και Πατέρας ευδόκησε «να ανακεφαλαιώσει τα πάντα στον Χριστό», ο οποίος δικαιώνει δωρεάν με τη χάρη του· διότι έχει τεθεί ως ιλαστήριο μέσω της πίστης στο δικό του αίμα. Επειδή, λοιπόν, προσέφερε το δικό του αίμα ως αντάλλαγμα για τη ζωή όλων, έσωσε την οικουμένη, και κατέστησε ίλεω και ευμενή προς εμάς τον εν τοις ουρανοίς Πατέρα και Θεό. Πού είναι λοιπόν η καύχηση;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες