«Λογιζόμεθα οὖν πίστει δικαιοῦσθαι ἄνθρωπον χωρὶς ἔργων νόμου.» Τί; «Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον, οὐχὶ καὶ ἐθνῶν; ναὶ καὶ ἐθνῶν· ἐπείπερ εἷς ὁ Θεὸς ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ πίστεως καὶ ἀκροβυστίαν διὰ πίστεως· ὡς νόμον οὖν καταργοῦμεν διὰ τῆς πίστεως; μὴ γένοιτο, ἀλλὰ νόμον ἱστῶμεν.» —«Τί γὰρ ἡ Γραφὴ λέγει; Ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.» Λέγει γὰρ ὁ Δαβίδ· «Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι, καὶ ὧν ἀπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι· μακάριος ἀνὴρ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν.» — «Ὁ νόμος, φησὶ, τοῖς ἁμαρτάνουσι τὴν τιμωρίαν ἐπάγει·» ὁ δὲ προφήτης μακαρίζει τοὺς τῶν ἁμαρτημάτων δεξαμένους τὴν ἄφεσιν· «ὁ μακαρισμὸς οὖν οὗτος ἐπὶ τὴν περιτομὴν ἢ ἐπὶ τὴν ἀκροβυστίαν; λέγομεν ὅτι ἐλογίσθη τῷ Ἀβραὰμ ἡ πίστις εἰς δικαιοσύνην· πῶς οὖν ἐλογίσθη, ἐν περιτομῇ ὄντι, ἢ ἐν ἀκροβυστίᾳ; δῆλον οὐκ ἐν περιτομῇ, ἀλλ’ ἐν ἀκροβυστίᾳ· καὶ σημεῖον ἔλαβε περιτομῆς σφραγίδα τῆς δικαιοσύνης τῆς πίστεως τῆς ἐν τῇ ἀκροβυστίᾳ εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πατέρα πάντων τῶν πιστευόντων δι’ ἀκροβυστίας, εἰς τὸ λογισθῆναι καὶ αὐτοῖς τὴν δικαιοσύνην· καὶ πατέρα περιτομῆς οὐ τοῖς ἐκ περιτομῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς στοιχοῦσι τοῖς ἴχνεσι τῆς πίστεως, τοῖς ἐν τῇ ἀκροβυστίᾳ τοῦ πατρὸς ὑμῶν Ἀβραάμ· οὐ γὰρ διὰ νόμου ἡ ἐπαγγελία τῷ Ἀβραὰμ, ἢ τῷ σπέρματι αὐτοῦ, τὸ κληρονόμος εἶναι κόσμου, ἀλλὰ δικαιοσύνης πίστεως· ὁ γὰρ νόμος ὀργὴν κατεργάζεται· ἔθος γὰρ τῷ νόμῳ κολάζειν τοὺς παραβαίνοντας· οὗ γὰρ οὐκ ἔστι νόμος, οὐδὲ παράβασις· διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν ᾖ, εἰς τὸ εἶναι βεβαίαν τὴν ἐπαγγελίαν παντὶ τῷ σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ νόμου μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως Ἀβραὰμ, ὅς ἐστι πατὴρ πάντων ἡμῶν, καθὼς γέγραπται, ὅτι Πατέρα πολλῶν ἐθνῶν τέθεικά σε· κατέναντι οὗ ἐπίστευσε Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τοὺς νεκροὺς καὶ καλοῦντος τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα· ὃς παρ’ ἐλπίδα, ἐπ’ ἐλπίδι ἐπίστευσεν, εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸν πατέρα πολλῶν ἐθνῶν, κατὰ τὸ εἰρημένον, Οὕτως ἔσται τῷ σπέρματί σου· καὶ μὴ ἀσθενήσας τῇ πίστει, οὐ κατενόησε τὸ αὑτοῦ σῶμα ἤδη νενεκρωμένον, ἑκατονταέτης που τυγχάνων, καὶ τὴν νέκρωσιν τῆς μήτρας Σάῤῥας· εἰς δὲ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Θεοῦ οὐ διεκρίθη τῇ ἀπιστίᾳ, ἀλλ’ ἐνεδυναμώθη τῇ πίστει δοὺς δόξαν τῷ Θεῷ· καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι ὃ ἐπήγγελται δυνατός ἐστι καὶ ποιῆσαι· διὸ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.»
Μετάφραση
Ορίστε: «Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται με την πίστη, χωρίς έργα νόμου.» Τι λοιπόν; «Είναι ο Θεός μόνο των Ιουδαίων; Δεν είναι και των εθνών; Ναι, και των εθνών· επειδή ένας είναι ο Θεός, ο οποίος θα δικαιώσει την περιτομή από την πίστη και την ακροβυστία διά της πίστεως. Μήπως, λοιπόν, με την πίστη καταργούμε τον νόμο; Μη γένοιτο· αλλά, αντιθέτως, τον νόμο τον στηρίζουμε.» — «Διότι τι λέει η Γραφή; Ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, και αυτό του λογίσθηκε ως δικαιοσύνη.» Διότι λέει ο Δαβίδ: «Μακάριοι εκείνοι των οποίων συγχωρήθηκαν οι ανομίες και σκεπάστηκαν οι αμαρτίες· μακάριος ο άνθρωπος στον οποίο ο Κύριος δεν θα λογαριάσει αμαρτία.» — «Ο νόμος», λέει, «φέρνει την τιμωρία στους αμαρτάνοντες»· ο προφήτης όμως μακαρίζει εκείνους που έλαβαν τη συγχώρηση των αμαρτημάτων. «Αυτός, λοιπόν, ο μακαρισμός αφορά την περιτομή ή και την ακροβυστία; Διότι λέμε ότι η πίστη λογίσθηκε στον Αβραάμ ως δικαιοσύνη. Πώς, λοιπόν, του λογίσθηκε; Ενώ ήταν σε περιτομή ή σε ακροβυστία; Είναι φανερό ότι όχι σε περιτομή, αλλά σε ακροβυστία. Και έλαβε σημείο περιτομής, ως σφραγίδα της δικαιοσύνης της πίστεως που είχε όταν ακόμη ήταν σε ακροβυστία, ώστε να είναι αυτός πατέρας όλων όσοι πιστεύουν ενώ βρίσκονται σε ακροβυστία, για να λογισθεί και σ’ αυτούς η δικαιοσύνη· και πατέρας της περιτομής, όχι μόνο σ’ εκείνους που είναι από την περιτομή, αλλά και σ’ εκείνους που ακολουθούν τα ίχνη της πίστεως που είχε ο πατέρας μας Αβραάμ όταν ήταν στην ακροβυστία. Διότι η υπόσχεση που δόθηκε στον Αβραάμ ή στο σπέρμα του, ότι θα είναι κληρονόμος του κόσμου, δεν δόθηκε διά του νόμου, αλλά διά της δικαιοσύνης που προέρχεται από την πίστη. Διότι ο νόμος εργάζεται οργή· επειδή γνώρισμα του νόμου είναι να τιμωρεί τους παραβάτες. Όπου, άλλωστε, δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει ούτε παράβαση. Γι’ αυτό και είναι από την πίστη, ώστε να είναι κατά χάριν, για να είναι βέβαιη η υπόσχεση σε όλο το σπέρμα, όχι μόνο σ’ εκείνο που είναι από τον νόμο, αλλά και σ’ εκείνο που είναι από την πίστη του Αβραάμ, ο οποίος είναι πατέρας όλων μας, καθώς είναι γραμμένο: Σε έθεσα πατέρα πολλών εθνών· ενώπιον του Θεού, στον οποίο πίστεψε, του Θεού που ζωοποιεί τους νεκρούς και καλεί τα μη όντα σαν να υπάρχουν. Αυτός, ενώ κάθε ελπίδα είχε χαθεί, πίστεψε με ελπίδα, ώστε να γίνει πατέρας πολλών εθνών, σύμφωνα με αυτό που είχε ειπωθεί: Έτσι θα είναι το σπέρμα σου. Και χωρίς να ασθενήσει στην πίστη, δεν λογάριασε το σώμα του, που ήταν ήδη νεκρωμένο, αφού ήταν περίπου εκατό ετών, ούτε και τη νέκρωση της μήτρας της Σάρρας. Αλλά απέναντι στην υπόσχεση του Θεού δεν δίστασε από απιστία· αντιθέτως, ενδυναμώθηκε με την πίστη, δίνοντας δόξα στον Θεό, και έχοντας πλήρη βεβαιότητα ότι εκείνο που υποσχέθηκε ο Θεός είναι δυνατός και να το πραγματοποιήσει. Γι’ αυτό και του λογίσθηκε ως δικαιοσύνη.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες