Τὸ δὲ, Ἠγάπησας δικαιοσύνην, καὶ ἐμίσησας ἀδικίαν, πρόσκειται ἐν τῷ ψαλμῷ, οὐχ, ὡς ὑμεῖς πάλιν νοεῖτε, τρεπτὴν δεικνύον τοῦ Λόγου τὴν φύσιν, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ ἐκ τούτου τὸ ἄτρεπτον αὐτοῦ σημαῖνον. Ἐπειδὴ γὰρ τῶν γενητῶν ἡ φύσις ἐστὶ τρεπτή· καὶ οἱ μὲν παρέβησαν, οἱ δὲ παρήκουσαν, ὥσπερ εἴρηται· ἥ τε πρᾶξις αὐτῶν οὐκ ἔστι βεβαία, ἀλλὰ πολλάκις ἐνδέχεται τὸν νῦν ἀγαθὸν μετὰ ταῦτα τρέπεσθαι, καὶ ἕτερον γίνεσθαι, ὡς τὸν ἄρτι δίκαιον ἄδικον μετ᾽ ὀλίγον εὑρεθῆναι· διὰ τοῦτο πάλιν ἀτρέπτου χρεία ἦν, ἵνα τὸ ἀμετάβλητον τῆς τοῦ Λόγου δικαιοσύνης ἔχωσιν εἰκόνα καὶ τύπον πρὸς ἀρετὴν οἱ ἄνθρωποι. Ἡ δὲ τοιαύτη διάνοια ἔχει καὶ τὴν αἰτίαν τοῖς εὐφρονοῦσιν εὔλογον. Ἐπειδὴ γὰρ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ ἐτράπη, καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον, διὰ τοῦτο τὸν δεύτερον Ἀδὰμ ἔπρεπεν ἄτρεπτον εἶναι· ἵνα, κἂν πάλιν ὁ ὄφις ἐπιχειρήσῃ, αὐτοῦ μὲν τοῦ ὄφεως ἡ ἀπάτη ἐξασθενήσῃ, τοῦ δὲ Κυρίου ἀτρέπτου καὶ ἀναλλοιώτου ὄντος, πρὸς πάντας ὁ ὄφις ἀσθενὴς τοῖς ἐπιχειρήμασι γένηται. Ὥσπερ γὰρ, τοῦ Ἀδὰμ παραβάντος, εἰς πάντας ἀνθρώπους ἔφθασεν ἡ ἁμαρτία, οὕτως, τοῦ Κυρίου γενομένου ἀνθρώπου, καὶ τὸν ὄφιν ἀνατρέψαντος, εἰς πάντας ἀνθρώπους ἡ τοιαύτη ἰσχὺς διαβήσεται, ὥστε λέγειν ἕκαστον ἡμῶν· Οὐ γὰρ αὐτοῦ τὰ νοήματα ἀγνοοῦμεν.
Μετάφραση
Το χωρίο, εξάλλου, «Αγάπησες τη δικαιοσύνη και μίσησες την αδικία», περιλαμβάνεται στον ψαλμό όχι για να υποδείξει, όπως εσείς πάλι νομίζετε, ότι η φύση του Λόγου είναι τρεπτή, αλλά μάλλον για να φανερώσει και μέσω αυτού το άτρεπτό Του. Διότι, επειδή η φύση των κτιστών δημιουργημάτων είναι τρεπτή· και άλλοι μεν παρέβησαν τον νόμο, άλλοι δε παρήκουσαν, όπως έχει λεχθεί· και η διαγωγή τους δεν είναι σταθερή, αλλά πολλές φορές ενδέχεται αυτός που τώρα είναι αγαθός, έπειτα να μεταβληθεί και να γίνει διαφορετικός, έτσι ώστε ο μέχρι πρότινος δίκαιος να βρεθεί μετά από λίγο άδικος· για τον λόγο αυτόν υπήρχε πάλι ανάγκη κάποιου άτρεπτου, ώστε οι άνθρωποι να έχουν το αμετάβλητο της δικαιοσύνης του Λόγου ως εικόνα και πρότυπο για την αρετή. Μια τέτοια θεώρηση, μάλιστα, είναι απολύτως εύλογη για όσους σκέφτονται ορθά. Διότι, επειδή ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ ετράπη, και διά της αμαρτίας εισήλθε ο θάνατος στον κόσμο, γι' αυτό ακριβώς έπρεπε ο δεύτερος Αδάμ να είναι άτρεπτος· έτσι ώστε, αν πάλι ο όφις επιχειρήσει επίθεση, η απάτη αυτού του ίδιου του όφεως να εξασθενήσει, και επειδή ο Κύριος είναι άτρεπτος και αναλλοίωτος, ο όφις να καταστεί ανίσχυρος στις επιθέσεις του εναντίον όλων. Διότι όπως ακριβώς, όταν παρέβη την εντολή ο Αδάμ, η αμαρτία έφτασε σε όλους τους ανθρώπους, έτσι, όταν ο Κύριος έγινε άνθρωπος και κατανίκησε τον όφι, αυτή η δύναμη θα μεταβιβαστεί σε όλους τους ανθρώπους, ώστε ο καθένας μας να μπορεί να πει: «Διότι δεν αγνοούμε τα σχέδιά του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες