Κεφάλ. Αʹ. ΠΡΟΣ ΡΩΜ. Οἴδαμεν δὲ, ὅτι ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν· ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ὃ γὰρ κατεργάζομαι, οὐ γινώσκω. Οὐ γὰρ ὃ θέλω, τοῦτο πράσσω· ἀλλ᾽ ὃ μισῶ, τοῦτο ποιῶ. Εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω, τοῦτο ποιῶ, σύμφημι τῷ νόμῳ, ὅτι καλός. Νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτὸ, ἀλλ᾽ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. Οἶδα δὲ, ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοὶ, τουτέστιν, ἐν τῇ σαρκί μου. ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω. Οὐ γὰρ ὃ θέλω, ποιῶ ἀγαθὸν, ἀλλ᾽ ὃ οὐ θέλω κακὸν, τοῦτο πράσσω. Εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ, τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτὸ, ἀλλ᾽ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία.
Μετάφραση
Κεφάλαιο Αʹ. ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ. Γνωρίζουμε δε ότι ο νόμος είναι πνευματικός· εγώ όμως είμαι σαρκικός, πουλημένος στην αμαρτία. Διότι αυτό που κατεργάζομαι, δεν το κατανοώ. Επειδή δεν πράττω αυτό που θέλω, αλλά κάνω αυτό που μισώ. Εάν όμως κάνω αυτό που δεν θέλω, συμφωνώ με τον νόμο ότι είναι καλός. Τώρα λοιπόν δεν το κατεργάζομαι πλέον εγώ αυτό, αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Γνωρίζω δε ότι δεν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή στη σάρκα μου, το αγαθό· διότι το να θέλω υπάρχει σε εμένα, αλλά το να κατεργάζομαι το καλό δεν το βρίσκω. Διότι δεν κάνω το αγαθό που θέλω, αλλά πράττω το κακό που δεν θέλω. Εάν όμως εγώ κάνω αυτό που δεν θέλω, δεν το κατεργάζομαι πλέον εγώ, αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες