Ἀπεστάλη δὲ ἐπειδὴ ἤκουσεν ὀδυρομένου τὰς ἰδίας ταλαιπωρίας, καὶ ὁμολογοῦντος τὴν ἐν λογισμοῖς αὐτοῦ ἁμαρτίαν. Εἶπε γὰρ τὸ Ὢ τάλας ἐγὼ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ οἰκῶ. Ταῦτα ἔλεγε καὶ ὁ Παῦλος· Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; Εἶτα καὶ αὐτὸς, ὡς τυχὼν θείας ἀντιλήψεως, ἐπάγει· Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Μετάφραση
Απεστάλη δε, επειδή τον άκουσε να οδύρεται για τις δικές του ταλαιπωρίες και να ομολογεί την αμαρτία των λογισμών του. Διότι είπε: «Ω ταλαίπωρος εγώ, διότι έχω συντριβεί, επειδή, ενώ είμαι άνθρωπος και έχω ακάθαρτα χείλη, κατοικώ ανάμεσα σε λαό που έχει ακάθαρτα χείλη». Αυτά έλεγε και ο Παύλος: «Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ, ποιος θα με λυτρώσει από το σώμα τούτου του θανάτου;» Έπειτα και ο ίδιος, έχοντας τύχει της θείας αρωγής, προσθέτει: «Ευχαριστώ τον Θεό διά του Ιησού Χριστού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες