Ἐὰν δὲ περιεργάζωνται, διὰ τί ὁ Θεὸς, ἀεὶ δυνάμενος ποιεῖν, οὐκ ἀεὶ ποιεῖ; μαινομένων μὲν καὶ αὕτη ἡ τόλμα. Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ἢ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο; Ἢ πῶς ἐρεῖ τὸ πλάσμα τῷ κεραμεῖ, Τί με οὕτως ἐποίησας; Ἵνα δὲ, κἂν ἀμυδρόν τινα λογισμὸν εὑρόντες, μὴ σιωπήσωμεν, ἀκουέτωσαν· Ὅτι, εἰ καὶ τῷ Θεῷ δυνατὸν ἀεὶ ποιεῖν, ἀλλ᾽ οὐκ ἠδύνατο τὰ γενητὰ ἀΐδια εἶναι· ἐξ οὐκ ὄντων γάρ ἐστι, καὶ οὐκ ἦν πρὶν γένηται. Τὰ δὲ οὐκ ὄντα πρὶν γένηται, πῶς ἠδύνατο συνυπάρχειν τῷ ἀεὶ ὄντι Θεῷ; Διὸ καὶ πρὸς τὸ λυσιτελὲς αὐτῶν ἀφορῶν ὁ Θεὸς, ὅτε εἶδεν, ὅτι δύναται γενόμενα διαμένειν, τότε καὶ πεποίηκε πάντα. Καὶ ὥσπερ δυνάμενος καὶ ἐξ ἀρχῆς ἐπὶ τοῦ Ἀδὰμ, ἢ ἐπὶ Νῶε, ἢ ἐπὶ Μωϋσέως ἀποστεῖλαι τὸν ἑαυτοῦ Λόγον, οὐκ ἀπέστειλεν εἰ μὴ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων· τοῦτο γὰρ εἶδε λυσιτελεῖν πάσῃ τῇ κτίσει· οὕτω καὶ τὰ γενητὰ, ὅτε ἠθέλησε καὶ λυσιτελὲς ἦν αὐτοῖς, ἐποίησεν. Ὁ δέ γε Υἱὸς, οὐκ ὢν ποίημα ἀλλ᾽ ἴδιος τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς, ἀεὶ ἔστιν· ἀεὶ γὰρ ὄντος τοῦ Πατρὸς, ἀεὶ εἶναι δεῖ καὶ τὸ ἴδιον τῆς οὐσίας αὐτοῦ, ὅπερ ἐστὶν ὁ Λόγος αὐτοῦ καὶ ἡ σοφία. Καὶ τὰ μὲν κτίσματα κἂν μηδέπω ὑπάρχῃ, οὐκ ἐλαττοῖ τὸν ποιητήν· ἔχει γὰρ τὸ δύνασθαι δημιουργεῖν, ὅτε βούλεται· τὸ δὲ γέννημα, ἐὰν μὴ ἀεὶ συνῇ τῷ Πατρὶ, ἐλάττωμα τῆς τελειότητος τῆς οὐσίας αὐτοῦ ἐστιν.
Μετάφραση
Εάν όμως διερωτώνται γιατί ο Θεός, ενώ έχει πάντοτε τη δύναμη να δημιουργεί, δεν δημιουργεί πάντοτε, και αυτή η τόλμη είναι γνώρισμα μαινομένων. Διότι ποιος γνώρισε τον νου του Κυρίου; Ή ποιος έγινε σύμβουλός του; Ή πώς θα πει το πλάσμα στον κεραμέα: «Γιατί με έφτιαξες έτσι;». Για να μη σιωπήσουμε όμως, εφόσον μπορούμε να βρούμε έστω και κάποιον αμυδρό συλλογισμό, ας ακούσουν τα εξής: Ότι, αν και για τον Θεό είναι δυνατόν να δημιουργεί πάντοτε, τα δημιουργήματα εντούτοις δεν μπορούσαν να είναι αιώνια· διότι προέρχονται εκ του μη όντος και δεν υπήρχαν πριν δημιουργηθούν. Αυτά, λοιπόν, που δεν υπήρχαν πριν δημιουργηθούν, πώς ήταν δυνατόν να συνυπάρχουν με τον Θεό που υπάρχει πάντοτε; Γι' αυτό, αποβλέποντας ο Θεός στο συμφέρον τους, όταν είδε ότι, αφού δημιουργηθούν, μπορούν να διαμείνουν στην ύπαρξη, τότε και τα δημιούργησε όλα. Και όπως ακριβώς, αν και είχε τη δύναμη να αποστείλει τον Λόγο του ευθύς εξ αρχής, την εποχή του Αδάμ, ή του Νώε, ή του Μωυσή, δεν τον απέστειλε παρά μόνο στη συντέλεια των αιώνων –διότι είδε ότι αυτό συμφέρει σε όλη την κτίση–, έτσι και τα δημιουργήματα τα έφτιαξε, όταν το θέλησε και ήταν ωφέλιμο γι' αυτά. Ο Υιός, όμως, επειδή δεν είναι δημιούργημα αλλά ίδιον της ουσίας του Πατρός, υπάρχει πάντοτε· διότι, εφόσον ο Πατέρας υπάρχει πάντοτε, πρέπει πάντοτε να υπάρχει και το ίδιον της ουσίας του, το οποίο είναι ο Λόγος και η σοφία του. Και τα μεν κτίσματα, έστω και αν δεν υπάρχουν ακόμη, δεν μειώνουν τον δημιουργό· διότι αυτός έχει τη δύναμη να δημιουργεί όποτε το θελήσει. Το γέννημα, όμως, εάν δεν συνυπάρχει πάντοτε με τον Πατέρα, αποτελεί μείωση της τελειότητας της ουσίας του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες