ἕως καὶ ἐκάλεσεν ἡμᾶς οὐ μόνον ἐξ ἰουδαίων ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐθνῶν.> Ἐπειδὴ ἦν εἰκὸς τῶν φιλεγκλημόνων οἴεσθαί τινας, ῥοπῆς θελημάτων ἀβασανίστου τυχεῖν τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἡσαῦ, καὶ τὸν μὲν ἠγαπῆσθαι ἰδίᾳ χάριτι κατανεύοντος τοῦ Θεοῦ, τὸν δὲ μεμισῆσθαι, προαναιρῶν ἀναγκαίως ὁ ἀπόστολος ὡς ὀλέθριον τὴν ἐπὶ τούτῳ διάληψιν, ταῖς ἄνωθεν ψήφοις πειρᾶται συνηγορεῖν, τοῖς αὐτοῦ λόγοις τὸ ἀντιφέρεσθαι δοκοῦν οἱονεί πως ἀντανιστάς· εἰ γὰρ δὴ, φησὶ, καὶ πρίν τι δράσαι τὰ βρέφη καὶ πρὸ πείρας αὐτῆς καὶ πραγμάτων, ὁ μὲν τῆς ἀγάπης ἠξίωτο, ὁ δὲ μεμίσηται, τέτακτο δὲ καὶ εἰς δοῦλον τῷ ἐλάσσονι, τάχα που, φησι, καὶ ἄδικος ὁ Θεός· εἶτα πῶς τοῦτο οὐκ ἀπόπληκτον; εἰ μὲν γὰρ οὐ γέγονεν ἀνὴρ ἀγαθὸς ὁ Ἰακὼβ, εἰ μὴ πονηρὸς ὁ Ἡσαῦ, φαίη τις ἂν εἰκότως πεπλανῆσθαι τάχα που τὴν πρόγνωσιν, καὶ ῥοπῆς εἰκαίας καὶ θελημάτων οὐκ ἀσφαλῶν ἔργον γενέσθαι τὰ ἐπ᾽ ἀμφοῖν ὡρισμένα· ἐπειδὴ δὲ σκαιὸς μὲν ἦν λίαν ὁ Ἡσαῦ, σοφὸς δὲ ὁ Ἰακὼβ, ἀδικήσειεν ἂν ἡ τοῦ Θεοῦ πρόγνωσις τὸ σύμπαν οὐδὲν, χαριζομένη καὶ πρὸ καιροῦ τῷ μὲν ἀγαθῷ τοὺς τρόπους τὸ ἀγαπᾶσθαι δεῖν, τῷ δὲ μὴ τοιούτῳ τὸ κατακρίνεσθαι· ἀνεξικακῆσαι μὲν γὰρ τὸν Θεὸν, καὶ τὸν τῶν δρωμένων περιμεῖναι καιρὸν χαλεπὸν οὐδὲν, ἵνα ἐξ αὐτῶν ἑκάτερος διαφαίνοιτο τῶν πραγμάτων.
Μετάφραση
έως ότου και κάλεσε εμάς όχι μόνο από τους Ιουδαίους αλλά και από τα έθνη.» Επειδή ήταν επόμενο κάποιοι από τους επικριτές να νομίζουν ότι ο Ιακώβ και ο Ησαύ έτυχαν μιας αβασάνιστης κλίσης της βούλησης, και ότι ο ένας αγαπήθηκε με ιδιαίτερη χάρη από τη συγκατάνευση του Θεού, ενώ ο άλλος μισήθηκε, ο απόστολος, αναιρώντας εκ των προτέρων αναγκαστικά ως ολέθρια αυτήν την αντίληψη, προσπαθεί να συνηγορήσει υπέρ των άνωθεν αποφάσεων, προβάλλοντας κατά κάποιον τρόπο με τα δικά του λόγια αυτό που φαίνεται να εγείρει αντίρρηση. Διότι, εάν, λέει, πριν ακόμη κάνουν κάτι τα βρέφη και πριν από κάθε δική τους εμπειρία και πράξη, ο ένας αξιώθηκε της αγάπης και ο άλλος μισήθηκε, και τάχθηκε ως δούλος στον μικρότερο, ίσως, λέει, να είναι και άδικος ο Θεός. Έπειτα, πώς αυτό δεν είναι παράλογο; Διότι, εάν μεν δεν είχε αναδειχθεί αγαθός άνδρας ο Ιακώβ, και εάν δεν είχε αναδειχθεί πονηρός ο Ησαύ, θα μπορούσε κάποιος να πει δικαιολογημένα ότι ίσως η πρόγνωση αστόχησε, και ότι τα όσα ορίστηκαν για τους δύο ήταν έργο τυχαίας εύνοιας και αβέβαιων θελημάτων. Επειδή όμως ο Ησαύ ήταν εξαιρετικά φαύλος, ενώ ο Ιακώβ σοφός, η πρόγνωση του Θεού δεν διέπραξε καμία απολύτως αδικία, αποδίδοντας από πριν το να αγαπιέται σε εκείνον που ήταν αγαθός στους τρόπους του, και το να κατακρίνεται σε εκείνον που δεν ήταν τέτοιος. Διότι δεν ήταν καθόλου δύσκολο για τον Θεό να δείξει μακροθυμία και να περιμένει τον καιρό των πράξεων, ώστε ο καθένας από αυτούς να φανερωθεί από τα ίδια τα έργα του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες