Λʹ. Εἰ δὲ καὶ παρὰ Θεοῦ τὸ κακοπαθεῖν ἐκείνοις, οὔπω δῆλον, ἕως ἂν καὶ παρ᾽ ἑαυτῆς ἡ ὕλη φέρῃ τὸ ἄτακτον, ὥσπερ ἐν ῥεύματι. Καὶ τίς οἶδεν, εἰ ὁ μὲν διὰ κακίαν κολάζεται, ὁ δὲ ὡς ἐπαινούμενος αἴρεται· ἀλλὰ μὴ τοὐναντίον, ὁ μὲν διὰ πονηρίαν ὑψοῦται, ὁ δὲ δι᾽ ἀρετὴν δοκιμάζεται; ὁ μὲν πλεῖον ἐπαιρόμενος, ἵνα καὶ πέσῃ χαλεπώτερον, ὅλην ἐώμενος πρότερον, ὥσπερ τινὰ νόσον, ἐκρῆξαι τὴν ἑαυτοῦ κακίαν, ἵνα καὶ κολασθῇ δικαιότερον· ὁ δὲ καὶ παρὰ δόξαν πιεζόμενος, ἵνα ὥσπερ χρυσὸς ἐν καμίνῳ δοκιμασθεὶς, τῆς κακίας, εἴ τι καὶ μικρὸν ἔχει, τοῦτο ἐκτήξῃ· καθαρὸς γὰρ ἀπὸ ῥύπου παντελῶς οὐδεὶς, οὐκ οὖν ἐν γεννητῇ φύσει, ὥσπερ ἠκούσαμεν, εἰ καὶ φανῇ δοκιμώτερος. Εὑρίσκω γάρ τι καὶ τοιοῦτο ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ μυστήριον· καὶ μακρὸν ἂν εἴη πάσας ἀπαριθμεῖν τοῦ Πνεύματος τὰς φωνὰς, αἵ με πρὸς τοῦτο φέρουσιν. Ἀλλὰ τίς ἂν ψάμμον θαλασσῶν, καὶ σταγόνας ὑετοῦ, καὶ βυθοῦ μῆκος ἀναμετρήσαιτο; τίς δ᾽ ἂν τοῦ Θεοῦ τῆς περὶ πάντα σοφίας τὸ βάθος ἐξιχνιάσειεν, ὑφ᾽ ἧς καὶ πεποίηκε τὰ πάντα, καὶ διοικεῖ τρόπον, ὂν αὐτὸς καὶ βούλεται καὶ ἐπίσταται; Ἀρκεῖ γὰρ, κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον, θαυμάσαντας μόνον τὸ ταύτης δυστέκμαρτον καὶ δυσθεώρητον παρελθεῖν· Ὦ βάθος πλούτου, καὶ σοφίας, καὶ γνώσεως Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ, καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ! καὶ, Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου;
Μετάφραση
Λ΄. Το αν, όμως, η κακοπάθειά τους προέρχεται από τον Θεό, δεν είναι ακόμη βέβαιο, εφόσον και από μόνη της η ύλη φέρει την αταξία, όπως μέσα σε ένα ρεύμα. Και ποιος γνωρίζει αν ο μεν τιμωρείται εξαιτίας της κακίας του, ενώ ο δε εξυψώνεται επειδή επαινείται; Ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο, ο μεν να εξυψώνεται εξαιτίας της πονηρίας του, και ο δε να δοκιμάζεται εξαιτίας της αρετής του; Ο πρώτος να υψώνεται περισσότερο, ώστε να πέσει βαρύτερα, αφήνοντας προηγουμένως, σαν κάποια αρρώστια, να εκραγεί όλη του η κακία, για να τιμωρηθεί και πιο δίκαια· ενώ ο δεύτερος να δοκιμάζεται παράδοξα, ώστε, αφού καθαριστεί σαν τον χρυσό στο καμίνι, να λιώσει και να αποβάλει κάθε ίχνος κακίας, αν έστω και λίγο έχει μέσα του. Διότι απολύτως καθαρός από κάθε ρύπο δεν είναι κανείς, τουλάχιστον στην κτιστή φύση, όπως έχουμε ακούσει, ακόμη κι αν φαίνεται πιο δόκιμος. Βρίσκω, άλλωστε, και κάποιο τέτοιο μυστήριο στη θεία Γραφή· και θα ήταν μακροσκελές να απαριθμήσω όλες τις φωνές του Πνεύματος που με οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Αλλά ποιος θα μπορούσε να αναμετρήσει την άμμο των θαλασσών, τις σταγόνες της βροχής και το βάθος της αβύσσου; Και ποιος θα μπορούσε να εξιχνιάσει το βάθος της πάνσοφης πρόνοιας του Θεού, με την οποία δημιούργησε τα πάντα και τα διοικεί με τον τρόπο που ο Ίδιος και θέλει και γνωρίζει; Διότι αρκεί, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο, αφού θαυμάσουμε μόνο το δυσνόητο και δυσθεώρητο αυτής της σοφίας, να προχωρήσουμε: «Ω, βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Πόσο ανεξερεύνητα είναι τα κρίματά του και ανεξιχνίαστοι οι δρόμοι του!» και, «Ποιος γνώρισε τον νου του Κυρίου;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες