τὰ γάρ τοι μεγάλα καὶ ἀδόκητα τῶν κακῶν οὐκ ἔξω θαύματος, φιλεῖ δέ πως καταπλήττειν τοὺς θεωμένους, ἤτοι τοὺς μεμαθηκότας. οὕτω καὶ συριεῖ πᾶς ἐπ᾽ αὐτῇ καὶ κινήσει τὰς χεῖρας, συμπλήττων ἀλλήλαις, καθάπερ ἐγᾦμαι, καὶ ἀνακροτῶν ἀπὸ τοῦ θαυμάσαι, καὶ ἠχὴν ἐκ στόματος ἱεὶς, τὴν ἐν συριγμῷ καὶ ἀσημοτέραν. γράφει δὲ ὥσπερ ἡμῖν καὶ διὰ τούτων εὖ μάλα τὸν ἐπ᾽ ἀδοκήτοις συμφοραῖς οἱονεὶ καταπεπληγμένον. “Ὑπερηφάνοις οὖν ἄρα Θεὸς ἀντιτάσσεται·” καὶ σοφὸν εἶναί φημι καὶ ἀξιόληπτον τὸ παράγγελμα “Μὴ ἐξύψου ”σεαυτὸν, ἵνα μὴ πέσῃς,” καὶ πάλιν “Ὃς ὑψηλὸν ποιεῖ τὸν ”ἑαυτοῦ οἶκον, ζητεῖ συντριβήν.” ὅνπερ γὰρ τρόπον τὰ εἰς ὕψος πολὺ καὶ πέρα μέτρου διανιστάμενα τῶν οἰκοδομημάτων ἑτοιμότερά πως εἰς κλόνον εἰσὶ, πλείστην τε ὅσην τὴν ὑποψίαν τοῦ σφισιν αὐτοῖς περιθραυσθήσεσθαι νοσεῖ· οὕτω καὶ ἀνθρώπου ψυχὴ τῇ τῶν λογισμῶν ματαιότητι πρὸς ὑπεροψίαν ἐξογκουμένη, σαθρά τε καὶ εὐανάτρεπτος καὶ ῥᾳδία πεσεῖν. εἰ δὲ δὴ πράττοιτο τὸ χρῆμα κατὰ Θεοῦ, τὸ τηνικάδε λοιπὸν τὸ ἀντερεῖδον οὐδέν. <Ὢ ἡ ἐπιφανὴς καὶ ἀπολελυτρωμένη ἡ πόλις ἡ περιστερά.> Μέτεισιν εὐθὺς εἰς ἀνάμνησιν τῆς Ἰουδαίων, φημὶ δὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ, ἢν ἐπείπερ εἷλον Ἀσσύριοι, τετίκασι δίκας.
Μετάφραση
Διότι τα μεγάλα και απροσδόκητα κακά δεν περνούν χωρίς έκπληξη, αλλά συνήθως καταπλήσσουν εκείνους που τα βλέπουν, ή εκείνους που τα πληροφορούνται. Έτσι λοιπόν ο καθένας θα σφυρίξει γι' αυτήν και θα κινήσει τα χέρια του, χτυπώντας τα μεταξύ τους, όπως νομίζω, και χειροκροτώντας από την έκπληξη, και βγάζοντας από το στόμα του έναν ήχο όμοιο με σφύριγμα και άναρθρο. Μας περιγράφει δηλαδή πολύ καλά μέσω αυτών εκείνον που σαν να έχει καταπλαγεί από τις απροσδόκητες συμφορές. «Ο Θεός, λοιπόν, αντιτάσσεται στους υπερήφανους»· και θεωρώ ότι είναι σοφό και αξιοπρόσεκτο το παράγγελμα: «Μην εξυψώνεις τον εαυτό σου, για να μην πέσεις», και πάλι: «Εκείνος που κάνει υψηλό το σπίτι του, αναζητά τη συντριβή». Διότι, όπως ακριβώς τα οικοδομήματα που υψώνονται πάρα πολύ και πέρα από το μέτρο είναι πιο έτοιμα να κλονιστούν, και διατρέχουν τον μέγιστο κίνδυνο να γκρεμιστούν από μόνα τους· έτσι και η ψυχή του ανθρώπου, όταν διογκώνεται προς την υπεροψία από τη ματαιότητα των λογισμών, είναι σαθρή, ευανάτρεπτη και έτοιμη να πέσει. Αν μάλιστα αυτό το πράγμα γίνεται εναντίον του Θεού, τότε λοιπόν δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να αντισταθεί. <Αλίμονο στην επιφανή και λυτρωμένη πόλη, την περιστερά.> Προχωρεί αμέσως στην ανάμνηση της πόλης των Ιουδαίων, δηλαδή της Ιερουσαλήμ, για την οποία, επειδή την κυρίευσαν οι Ασσύριοι, πλήρωσαν το τίμημα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες