ΤΙΤΛ. Γʹ. —Περὶ γογγυσμῶν. «Ἦν ὁ λαὸς γογγύζων· καὶ ἐθυμώθη Κύριος, καὶ ἐξεκαύθη πῦρ, καὶ κατέφαγε μέρος τῆς παρεμβολῆς.» «Φυλάξασθε γογγυσμὸν ἀνωφελῆ, καὶ ἀπὸ καταλαλιᾶς φείσασθε γλώσσης, ὅτι πνεῦμα λαθραῖον κενὸν οὐ πορεύσεται.» «Ἀνὴρ ἐπιστήμων οὐ γογγύζει.» «Μὴ γογγύζετε, καθώς τινες ἐγόγγυσαν, καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ.» «Πάντα ποιεῖτε ἄνευ γογγυσμῶν, ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι.» Ἀπρόσδεκτος ἡ ἀπὸ τῶν γογγυστῶν ἐργασία, ὡς θυσία ἐπίμωμος. —Χρὴ οὖν τὸ τοῦ ὀκνηροῦ καὶ ἀντιλογικοῦ ἔργον ἀλλοτριῶσαι τῆς ἀδελφότητος.
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Γ΄. — Περί γογγυσμών. «Ο λαός γόγγυζε· και οργίστηκε ο Κύριος, και άναψε φωτιά, και κατέφαγε μέρος του στρατοπέδου.» «Φυλαχτείτε από τον ανώφελο γογγυσμό, και προφυλάξτε τη γλώσσα σας από την καταλαλιά, διότι κανένας κρυφός ψίθυρος δεν θα χαθεί στο κενό.» «Ο συνετός άνθρωπος δεν γογγύζει.» «Μην γογγύζετε, όπως γόγγυσαν μερικοί, και χάθηκαν από τον εξολοθρευτή.» «Να κάνετε τα πάντα χωρίς γογγυσμούς, για να γίνετε άμεμπτοι.» Είναι απρόσδεκτη η εργασία εκείνων που γογγύζουν, ως θυσία ελαττωματική. — Πρέπει, επομένως, το έργο του οκνηρού και εκείνου που αντιλέγει να απομακρύνεται από την αδελφότητα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες