Οὐκοῦν οὐχ ἵνα ὡς αὐτὸς γινώμεθα ἔλεγεν· «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς καὶ ἡμεῖς», ἀλλ’ ἵνα ὥσπερ ἐκεῖνος λόγος ὢν ἔστιν ἐν τῷ «ἰδίῳ πατρί», οὕτως ἵνα καὶ ἡμεῖς τύπον τινὰ λαβόντες καὶ εἰς ἐκεῖνον βλέποντες γενώμεθα ἓν πρὸς ἀλλήλους τῇ ὁμοψυχίᾳ, καὶ τῇ τοῦ πνεύματος ἑνότητι μὴ διαφωνῶμέν τε ὡς οἱ Κορίνθιοι, τὸ αὐτὸ δὲ φρονῶμεν ὡς οἱ ἐν ταῖς Πράξεσι πεντακισχίλιοι, οἵτινες ὡς εἷς ἐτύγχανον ὄντες. ὡς γὰρ υἱοί, οὐχ ὡς ὁ υἱός· καὶ θεοί, οὐχ ὡς αὐτός· καὶ «οἰκτίρμονες ὡς ὁ πατήρ», οὐχ ‹ὡς ὁ πατήρ›. ἀλλ’, ὥσπερ εἴρηται, οὕτως «γινόμενοι ἓν καθὼς ὁ πατὴρ καὶ ὁ υἱὸς» οὐχ οὕτως ἐσόμεθα, ὡς ἔστι φύσει ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ καὶ ὁ υἱὸς ἐν τῷ πατρί, ἀλλ’ ὡς ἔχομεν φύσεως καὶ δυνατὸν ἡμῖν ἐστιν ἐκεῖθεν τυπωθῆναι καὶ μαθεῖν, πῶς ὀφείλομεν ἓν γενέσθαι, ὥσπερ καὶ τὸ οἰκτείρειν ἐμάθομεν. «τὰ» γὰρ «ὅμοια πρὸς τὰ ὅμοια» πέφυκε τὴν ἕνωσιν ἔχειν, ἐπειδὴ καὶ πᾶσα σὰρξ κατὰ γένος συνάγεται. ἡμῶν μὲν οὖν ἀνόμοιός ἐστιν ὁ λόγος, τοῦ δὲ πατρὸς ὅμοιος. διὰ τοῦτο ἐκεῖνος μὲν ἔστι φύσει καὶ ἀληθείᾳ ἓν μετὰ τοῦ ἑαυτοῦ πατρός, ἡμεῖς δὲ ἀλλήλων ὄντες ὁμογενεῖς—ἐκ γὰρ ἑνὸς οἱ πάντες γεγόναμεν, καὶ μία πάντων λογικῶν ἡ φύσις—, ἓν πρὸς ἀλλήλους τῇ διαθέσει γινόμεθα ἔχοντες ὑπογραμμὸν τὴν τοῦ υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα φυσικὴν ἑνότητα.
Μετάφραση
Επομένως, δεν έλεγε το «για να είναι ένα, όπως κι εμείς» για να γίνουμε όπως Αυτός, αλλά για να μπορέσουμε, όπως ακριβώς εκείνος, όντας Λόγος, υπάρχει μέσα στον «δικό του Πατέρα», έτσι κι εμείς, λαμβάνοντας κάποιο πρότυπο και αποβλέποντας σε εκείνον, να γίνουμε ένα μεταξύ μας με την ομοψυχία, και με την ενότητα του πνεύματος να μη διαφωνούμε όπως οι Κορίνθιοι, αλλά να έχουμε το ίδιο φρόνημα όπως οι πεντακισχίλιοι στις Πράξεις (των Αποστόλων), οι οποίοι βρίσκονταν σε τέτοια συμφωνία σαν να ήταν ένας άνθρωπος. Διότι είμαστε μεν υιοί, όχι όμως όπως ο Υιός· και θεοί, όχι όμως όπως Αυτός· και «οικτίρμονες όπως ο Πατέρας», όχι όμως ‹όπως ο Πατέρας›. Αλλά, όπως έχει λεχθεί, με το «γινόμενοι ένα καθώς ο Πατέρας και ο Υιός», δεν θα είμαστε με τον ίδιο τρόπο που είναι κατά φύση ο Πατέρας μέσα στον Υιό και ο Υιός μέσα στον Πατέρα, αλλά ανάλογα με τη φύση μας και στο μέτρο που μας είναι δυνατό να λάβουμε από εκεί το αποτύπωμα και να μάθουμε πώς οφείλουμε να γίνουμε ένα, όπως ακριβώς μάθαμε και να είμαστε οικτίρμονες. Διότι «τα όμοια» έχουν από τη φύση τους την τάση να ενώνονται «με τα όμοια», επειδή και κάθε σάρκα συνάγεται σύμφωνα με το γένος της. Ο μεν Λόγος, λοιπόν, είναι ανόμοιος προς εμάς, αλλά όμοιος προς τον Πατέρα. Γι' αυτόν τον λόγο, εκείνος μεν είναι κατά φύση και κατ' αλήθειαν ένα με τον δικό του Πατέρα, εμείς δε, όντας μεταξύ μας ομογενείς —διότι όλοι προερχόμαστε από έναν, και μία είναι η φύση όλων των λογικών όντων—, γινόμαστε ένα μεταξύ μας κατά τη διάθεση, έχοντας ως υπογραμμό τη φυσική ενότητα του Υιού προς τον Πατέρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες