Εἶτα ἑρμηνεύων αὐτὸς τὸ κατένυξεν ὅτι κατέπληξέν ἐστιν, ἔφη· «Ὀφθαλμοὺς τοῦ μὴ βλέπειν, καὶ ὦτα τοῦ μὴ ἀκούειν.» Τοῦτο γὰρ συμβαίνειν εἴωθε τοῖς καταπληττομένοις. Ἅτε γὰρ τοῦ νοῦ ταραχθέντος, αἱ αἰσθήσεις τὰς οἰκείας ἐνεργείας ἀρνοῦνται. Ὅ τι δὲ τοῦτο μηνύει, ἄκουε τῆς Γραφῆς λεγούσης· «Μακάριος ὃς οὐ κατενύγη ἐν λύπῃ ἁμαρτίας.» Καὶ μὴν ἡ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται. Τί οὖν ἐστιν ὅ φησιν; Εἰ μὲν οὖν εἴποιμεν, ὡς οἴονταί τινες, τὸν μηδ’ ὅλως ἁμαρτήσαντα μακαρίζεσθαι ἐνταῦθα, τάχα οὐδεὶς τοῦ μακαρισμοῦ τούτου ἀπολαύσειε. Πάντες γάρ ἐσμεν ἐν ἐπιτιμίοις. Τίς γὰρ καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν; Ἢ τίς παρρησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν; Εἰ δὲ φαίημεν ὅτι μακαρίζει οὐ τὸν μὴ λυπηθέντα, ἀλλὰ τὸν μὴ καταπλαγέντα ὑπὸ τῆς λύπης, καὶ προδεδωκότα τὴν οἰκείαν σωτηρίαν, οἷον ἔπαθεν ὁ Ἰούδας, ἀγχόνῃ ἑαυτὸν ἀνελών—ὃ καὶ δεδιὼς ὁ θεσπέσιος Παῦλος μὴ καὶ ὁ πεπορνευκὼς παρὰ Κορινθίοις πάθοι, ἔλεγε προσέσθαι αὐτὸν μετανοήσαντα «Μή πως τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ ὁ τοιοῦτος»—, τάχα πως ἁψώμεθα τῆς ἀληθείας τοῦ ῥητοῦ. Εἰ δὲ καὶ ἐπὶ καλοῦ λέγεται ἡ κατάνυξις, θαυμαζέτω μηδείς· κἀκεῖ γὰρ τὸ τρωθῆναι τοῖς καλοῖς ἑρμηνεύει ὡς καὶ ἡ τὸν θεῖον ἔρωτα ἐρῶσα ψυχὴ ἐβόα· «Ὅτι τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ.»
Μετάφραση
Έπειτα, ερμηνεύοντας ο ίδιος ότι το «κατένυξε» σημαίνει «κατέπληξε», είπε: «Μάτια ώστε να μη βλέπουν και αυτιά ώστε να μην ακούν». Αυτό πράγματι συνηθίζει να συμβαίνει σε όσους καταπλήσσονται· διότι, καθώς ο νους ταράζεται, οι αισθήσεις παύουν να επιτελούν τις οικείες λειτουργίες τους. Άκουσε, όμως, τι σημαίνει αυτό από τη Γραφή, η οποία λέει: «Μακάριος είναι εκείνος που δεν καταβλήθηκε από τη λύπη για την αμαρτία». Και όμως, η κατά Θεόν λύπη επιφέρει μετάνοια που οδηγεί σε σωτηρία αμετάκλητη. Τι σημαίνει, λοιπόν, αυτό που λέει; Αν υποστηρίζαμε, όπως νομίζουν ορισμένοι, ότι εδώ μακαρίζεται εκείνος που δεν αμάρτησε καθόλου, ίσως κανείς να μην μπορούσε να μετάσχει σε αυτόν τον μακαρισμό· διότι όλοι είμαστε υπόλογοι σε επιτίμια. Ποιος, πράγματι, θα καυχηθεί ότι έχει αγνή καρδιά; Ή ποιος θα ισχυριστεί με παρρησία ότι είναι καθαρός από αμαρτίες; Αν όμως λέγαμε ότι μακαρίζει όχι εκείνον που δεν λυπήθηκε, αλλά εκείνον που δεν καταβλήθηκε από τη λύπη ούτε εγκατέλειψε εκ των προτέρων τη σωτηρία του, όπως συνέβη στον Ιούδα, ο οποίος έθεσε τέλος στη ζωή του με αγχόνη —πράγμα που φοβόταν ο θεσπέσιος Παύλος μήπως πάθει και εκείνος που είχε πορνεύσει μεταξύ των Κορινθίων, και γι’ αυτό έλεγε να τον δεχθούν αφού μετανοήσει, «μήπως ένας τέτοιος άνθρωπος καταποντιστεί από την υπερβολική λύπη»—, τότε ίσως να προσεγγίζαμε κάπως την αλήθεια του ρητού. Και αν η κατάνυξη λέγεται επίσης με θετική σημασία, ας μην απορεί κανείς· διότι και εκεί δηλώνει τον τραυματισμό από τα καλά, όπως ακριβώς αναφωνούσε και η ψυχή που ποθούσε τον θείο έρωτα: «Διότι είμαι πληγωμένη από αγάπη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες