Δείκνυσιν αὐτοὺς οὐκ ἀπὸ ἀγνοίας τοσοῦτον, ὅσον ἀπὸ ῥᾳθυμίας καὶ αὐτὴν τὴν ἄγνοιαν ἔχοντας. Ἀνθρώπους γὰρ χρημάτων ἕνεκεν μαχομένους πότε δυνήσῃ πεῖσαι; Ἄλλως οὐ πείσεις τοὺς τοιούτους, ἂν μὴ δῷς πάλιν, καὶ οὐδὲ οὕτως αὐτῶν τὴν ἐπιθυμίαν ἐμπλήσεις. Πλεονέκτου γὰρ ὀφθαλμὸς, φησὶν, οὐκ ἐμπίπλαται μερίδι. Δεῖ τοίνυν αὐτοὺς ἀδιορθώτως ἔχοντας ἐκτρέπεσθαι. Εἰ δὲ τῷ τοῦ μάχεσθαι πολλὴν ἔχοντι τὴν ἀνάγκην παραινεῖ μὴ ὁμόσε χωρεῖν μηδὲ συμπλέκεσθαι, πολλῷ μᾶλλον τοῖς μαθητευομένοις ἡμῖν, τοῖς ἐν τάξει μαθητῶν οὖσιν. Εἰπὼν δὲ ὅτι νομίζουσι πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν, ἐπήγαγεν· Ἔστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας, οὐχ ὅταν χρήματα ἔχῃ, ἀλλ᾽ ὅταν μὴ ἔχῃ. Ἵνα γὰρ μὴ καταπέσῃ εἰς ἀθυμίαν διὰ τὴν πενίαν, ἀνίστησιν αὐτὸν καὶ ἀνορθοῖ· Νομίζουσι, φησὶν, ὅτι πορισμός ἐστιν. Ἔστι μὲν γὰρ, ἀλλ᾽ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ μειζόνως. Εἶτα πρότερον καταβαλὼν ἐκείνην, τότε ταύτην ἐπαίρει. Ὅτι γὰρ οὐδέν ἐστιν ὁ πορισμὸς οὗτος, δῆλον ἐκ τοῦ μένειν ἐνταῦθα, μηδὲ συμμεθίστασθαι ἡμῖν, μηδὲ συναποδημεῖν. Πόθεν τοῦτο δῆλον; Ὅτι οὐδὲν ἔχοντες ἤλθομεν εἰς τὸν βίον· οὐκοῦν οὐδὲν ἀπελευσόμεθα ἔχοντες· γυμνὴ γὰρ παρεγένετο ἡ φύσις, γυμνὴ καὶ ἄπεισιν.
Μετάφραση
Τους παρουσιάζει ότι έχουν αυτήν την άγνοια όχι τόσο από έλλειψη γνώσης, όσο από ραθυμία. Διότι πότε θα μπορέσεις να πείσεις ανθρώπους που μάχονται για τα χρήματα; Με κανέναν άλλο τρόπο δεν θα πείσεις τέτοιους ανθρώπους, παρά μόνο εάν τους δώσεις πάλι (χρήματα), και ούτε έτσι πρόκειται να ικανοποιήσεις την επιθυμία τους. Διότι, όπως λέει (η Γραφή), το μάτι του πλεονέκτη δεν χορταίνει με το μερίδιό του. Πρέπει λοιπόν να τους αποφεύγει κανείς, εφόσον είναι αδιόρθωτοι. Εάν δε συμβουλεύει αυτόν που έχει μεγάλη ανάγκη να αγωνίζεται να μην έρχεται σε άμεση αντιπαράθεση ούτε να συμπλέκεται, πολύ περισσότερο εμάς που μαθητεύουμε, που βρισκόμαστε στην τάξη των μαθητών. Και αφού είπε ότι θεωρούν πως η ευσέβεια είναι μέσο πλουτισμού, πρόσθεσε: «Είναι δε μεγάλος πλούτος η ευσέβεια όταν συνοδεύεται από την αυτάρκεια», όχι όταν έχει κανείς χρήματα, αλλά όταν δεν έχει. Διότι, για να μην καταπέσει σε αποθάρρυνση εξαιτίας της φτώχειας, τον στηρίζει και τον ανορθώνει: «Θεωρούν», λέει, «ότι είναι μέσο πλουτισμού». Διότι πράγματι είναι, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο, παρά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Έπειτα, αφού πρώτα καταρρίψει εκείνη (τη νοοτροπία), τότε εξυψώνει τούτη. Το ότι, βέβαια, αυτός ο πλουτισμός δεν είναι τίποτα, είναι φανερό από το ότι παραμένει εδώ, και ούτε μεταβαίνει μαζί μας, ούτε αποδημεί μαζί μας. Από πού είναι φανερό αυτό; Από το ότι ήρθαμε στη ζωή χωρίς να φέρουμε τίποτα· επομένως, χωρίς να έχουμε τίποτα θα αναχωρήσουμε· διότι η φύση παρουσιάστηκε γυμνή, γυμνή και θα απέλθει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες