Ναί, φησίν, οὕτως ἔχειν πιστεύομεν, ἀλλὰ πειρᾷ ἡμᾶς ὁ λογισμός, ὅτι οὐ μὴ ἀπολέσῃ χριστιανὸν ὁ Θεός, οὐδ’ οὐ μὴ συνεκπέμψῃ κολασθῆναι πιστὸν σὺν ἀπίστοις. Τάχα κόπους ὀνησιφόρους προσάγεις ἡμῖν προσποιούμενος ἄγνοιαν καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς προδήλοις. Ὁ Θεὸς γάρ τινα οὐκ ἀπόλλει· «θάνατον», φησίν, «ὁ Θεὸς οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ» ἀνθρώπου, ἀπόλλυσι δὲ πάντως ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ διάβολος· ὁ δὲ Θεὸς «οὐ χρείαν ἔχει», φησίν, «ἁμαρτωλοῦ ἀνδρός», δηλαδὴ τοῦ μὴ ἐλθόντος εἰς μετάνοιαν ὅλως.
Μετάφραση
Ναι, λέει, πιστεύουμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά μας βάζει σε πειρασμό ο λογισμός, ότι δηλαδή ο Θεός δεν πρόκειται ποτέ να οδηγήσει σε απώλεια τον χριστιανό, ούτε πρόκειται να στείλει τον πιστό να κολαστεί μαζί με τους απίστους. Ίσως μας υποβάλλεις σε ωφέλιμο κόπο, προσποιούμενος άγνοια ακόμη και για τα ολοφάνερα. Διότι ο Θεός δεν οδηγεί κανέναν στην απώλεια· «ο Θεός», όπως λέει η Γραφή, «δεν δημιούργησε τον θάνατο, ούτε χαίρεται με την καταστροφή» του ανθρώπου, αλλά εκείνοι που εξάπαντος οδηγούν στην απώλεια είναι η αμαρτία και ο διάβολος· ενώ ο Θεός «δεν έχει ανάγκη», λέει, «από αμαρτωλό άνθρωπο», δηλαδή από εκείνον που δεν έχει μετανοήσει καθόλου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες