δʹ. Ἀλλ᾽ οὐκ οἶδα πόθεν ἡ νόσος αὕτη ἐν τοῖς ἀνθρώποις ἐμπέπτωκε· φλύαροι γεγόναμεν, οὐδὲν ἡμῶν ἐναπομένει τῇ ψυχῇ. Ἄκουε σοφοῦ τινος παραινοῦντος καὶ λέγοντος, Ἤκουσας λόγον; ἐναποθανέτω σοι· θάρσει, οὐ μή σε ῥήξῃ· καὶ πάλιν, Ἤκουσε λόγον ὁ μωρὸς, καὶ ὠδίνησεν, ὡς ἀπὸ προσώπου βρέφους ἡ τίκτουσα. Πρὸς κατηγορίας ἐσμὲν ἕτοιμοι, πρὸς κατακρίσεις παρεσκευασμένοι. Κἂν μηδὲν ἡμῖν ἕτερον εἰργασμένον εἴη κακὸν, τοῦτο ἱκανὸν ἦν ἡμᾶς ἀπολέσαι, καὶ εἰς γέενναν ἀπαγαγεῖν, τοῦτο μυρίοις περιβαλεῖν κακοῖς. Καὶ ἵνα μάθῃς ἀκριβῶς, ἄκουε τοῦ Προφήτου λέγοντος, Καθήμενος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου κατελάλεις. Ἀλλ᾽ οὐκ ἐγὼ, φησὶν, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος. Σὺ μὲν οὖν· εἰ γὰρ μὴ σὺ εἶπες, ἕτερος οὐκ ἂν ἤκουσεν· εἰ δὲ καὶ ἔμελλεν ἀκούειν, ἀλλὰ σὺ τῆς ἁμαρτίας οὐκ ἦς αἴτιος. Δέον συσκιάζειν καὶ συγκρύπτειν τὰ ἐλαττώματα τῶν πλησίον, σὺ δὲ ἐκπομπεύεις προσχήματι φιλαγαθίας; Οὐ γίνῃ κατήγορος, ἀλλὰ φλύαρος, ἀλλὰ λῆρος, ἀλλὰ μωρός.
Μετάφραση
Δ'. Αλλά δεν γνωρίζω από πού έχει πέσει αυτή η νόσος στους ανθρώπους· γίναμε φλύαροι, τίποτα δεν παραμένει μέσα στην ψυχή μας. Άκουσε κάποιον σοφό που συμβουλεύει και λέει: «Άκουσες κάποιον λόγο; Ας πεθάνει μέσα σου· έχε θάρρος, δεν πρόκειται να σε διαρρήξει»· και πάλι: «Άκουσε κάποιον λόγο ο μωρός, και κυριεύθηκε από ωδίνες, όπως η επίτοκος από το βρέφος». Για κατηγορίες είμαστε έτοιμοι, για κατακρίσεις προετοιμασμένοι. Και αν κανένα άλλο κακό δεν είχαμε διαπράξει, αυτό θα ήταν αρκετό για να μας καταστρέψει και να μας οδηγήσει στη γέεννα, αυτό θα αρκούσε για να μας περιβάλει με μύρια κακά. Και για να το μάθεις με ακρίβεια, άκουσε τον Προφήτη που λέει: «Καθόσουν και καταλαλούσες τον αδελφό σου». «Μα δεν τα λέω εγώ», λέει, «αλλά εκείνος». Εσύ βέβαια· διότι, εάν δεν τα έλεγες εσύ, ο άλλος δεν θα τα άκουγε· και αν ακόμη επρόκειτο να τα ακούσει, εσύ τουλάχιστον δεν θα ήσουν ο αίτιος της αμαρτίας. Ενώ έπρεπε να συσκιάζεις και να συγκρύπτεις τα ελαττώματα των πλησίον, εσύ τα διαπομπεύεις με το πρόσχημα της φιλαγαθίας; Δεν γίνεσαι κατήγορος, αλλά φλύαρος, αλλά κενολόγος, αλλά μωρός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες