Τοῖς γε μὴν ὧδε παραφθαρεῖσι τὸν νοῦν, ταυτί τε φρονεῖν καὶ δρᾷν ᾑρημένοις, καὶ θεῖος εὐθὺς ἐπαρᾶται λόγος· «Οὐαὶ γὰρ, φησὶ, καρδίαις δειλαῖς, καὶ χερσὶ παρειμέναις, καὶ ἁμαρτωλῷ ἐπιβαίνοντι ἐπὶ δύο τρίβους.» Ψυχροῦ γὰρ ὡς ἀληθῶς ἀῤῥώστημα νοῦ, καὶ φρενὸς ἐκλύτου καὶ παρειμένης ἐπίκλημα καὶ γραφὴ, τὸ εὔκολον εἰς παραφορὰν, καὶ τὸ ἀγαπᾷν ἑτοίμως, μισεῖν ἑλομένους.
Μετάφραση
Σε αυτούς, βέβαια, που έχει διαφθαρεί κατ' αυτόν τον τρόπο ο νους τους, και έχουν επιλέξει να φρονούν και να πράττουν αυτά, αμέσως ο θείος λόγος απευθύνει κατάρα: «Αλίμονο», λέει, «στις δειλές καρδιές, στα παραλυμένα χέρια, και στον αμαρτωλό που βαδίζει σε δύο δρόμους». Διότι, αληθινά, αποτελεί αρρώστια ενός ψυχρού νου και έγκλημα και καταδίκη ενός χαλαρού και παραλυμένου μυαλού η ευκολία προς την παραφορά, και το να αγαπούν με προθυμία, ενώ έχουν επιλέξει να μισούν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες