Οὕτω τὸν Θεὸν ἵλεων ποιεῖς· οὕτω καὶ σεαυτὸν ὀκνηρότερον εἰς τὸ τοῖς αὐτοῖς περιπεσεῖν. Ὅταν δὲ μέλλῃς προφάσεις οὐκ οὔσας ζητεῖν, καὶ ἀπαλλάττειν τὴν ψυχὴν τοῦ δέους, προθυμοτέραν αὐτὴν ἐργάσῃ πρὸς τὸ πάλιν ἐμφύρεσθαι τοῖς αὐτοῖς, καὶ τὸν Θεὸν μειζόνως παροξυνεῖς. Οὐδένα γὰρ τῶν ἁμαρτανόντων πρόφασις λείπει ἀναίσχυντος. Καὶ γὰρ ὁ ἀνδροφόνος τὸν θυμὸν αἰτιάσασθαι ἔχει, καὶ ὁ κλέπτης τὴν πενίαν, καὶ ὁ μοιχὸς τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ ἕτερος τὴν δυναστείαν· ἀλλὰ ταῦτα προφάσεις εἰσὶν ἄλογοι, οὐδεμίαν ἀπολογίαν εὔλογον ἔχουσαι. Οὐδὲ γὰρ ἐκεῖνα ποιεῖ τὰς ἁμαρτίας, ἀλλ᾽ αἱ γνῶμαι τῶν ἁμαρτανόντων. Καὶ ὅτι αὗται, ἀπὸ τῶν προσεχόντων τοῦτο ποιήσω φανερόν. Ὅταν γὰρ φαίνηται ἕτερος ἄνθρωπος, καὶ πενίᾳ συζῶν, καὶ ἐπιθυμίαν ἔχων, καὶ ταῖς ἀνάγκαις τῆς φύσεως ὑποκείμενος, καὶ ταῦτα μὴ ἁμαρτάνων, ποίαν ἕξουσιν οὗτοι ἀπολογίαν; Διὰ τοῦτο σοφός τις καλῶς οὕτως εἶπε· Τίς δώσει ἐπὶ διανοίας μου μάστιγας, ἵνα ἐπὶ τοῖς ἀγνοήμασί μου μὴ φείσωνται; Ὅρα τὸν Δαυῒδ οὐ προφασιζόμενον ἡνίκα ἥμαρτεν, ἀλλὰ λέγοντα· Ἡμάρτηκα τῷ Κυρίῳ.
Μετάφραση
Έτσι καθιστάς τον Θεό ίλεω· έτσι κάνεις και τον εαυτό σου πιο απρόθυμο στο να περιπέσει στα ίδια. Όταν όμως πρόκειται να αναζητάς ανύπαρκτες προφάσεις και να απαλλάσσεις την ψυχή από τον φόβο, την καθιστάς πιο πρόθυμη στο να μολυνθεί και πάλι με τα ίδια, και εξοργίζεις τον Θεό περισσότερο. Διότι σε κανέναν από όσους αμαρτάνουν δεν λείπει κάποια αναίσχυντη πρόφαση. Επειδή και ο φονιάς έχει τη δυνατότητα να ρίξει το φταίξιμο στον θυμό, και ο κλέφτης στη φτώχεια, και ο μοιχός στην επιθυμία, και κάποιος άλλος στην εξουσία· αλλά αυτές είναι παράλογες προφάσεις, που δεν παρέχουν καμία εύλογη δικαιολογία. Διότι δεν είναι εκείνα που προκαλούν τις αμαρτίες, αλλά οι προαιρέσεις εκείνων που αμαρτάνουν. Και το ότι ευθύνονται αυτές, θα το καταστήσω φανερό μέσα από αυτούς που προσέχουν. Διότι, όταν βλέπουμε κάποιον άλλον άνθρωπο, και να ζει μέσα στη φτώχεια, και να έχει επιθυμίες, και να υπόκειται στις ανάγκες της φύσης, και όμως να μην αμαρτάνει, ποια δικαιολογία θα έχουν οι άλλοι; Γι' αυτό κάποιος σοφός είπε πολύ ορθά τα εξής: «Ποιος θα επιβάλει μάστιγες στη διάνοιά μου, ώστε να μη με λυπηθούν για τα εξ αγνοίας αμαρτήματά μου;». Δες τον Δαβίδ, ο οποίος δεν προφασιζόταν την ώρα που αμάρτησε, αλλά έλεγε: «Αμάρτησα στον Κύριο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες