Τοῦτο δὲ καὶ ἡ μακαρία Σουσάννα πεποίηκεν, εὑρεθεῖσα μόνη ἐν τῷ παραδείσῳ· κατασχόντες γὰρ αὐτὴν οἱ δύο πρεσβύτεροι, θέλοντες μοιχευθῆναι αὐτὴν, παράνομοι γέροντες οἱ μισητοὶ παρὰ τῷ Κυρίῳ· τούτοις δὲ καὶ Σολομὼν ἔλεγεν, μᾶλλον δὲ ὁ Κύριος διὰ Σολομῶντος, ὅτι Τρία εἴδη ἐμίσησεν ἡ ψυχή μου, γέροντα μοιχὸν, καὶ πτωχὸν ὑπερήφανον, καὶ πλούσιον ψεύστην· ὁρᾷς, ὅτι μισητοὶ ὄντως παρὰ τῷ Κυρίῳ ἐκεῖνοι οἱ γέροντες; ὅτε οὖν ἐπανέστησαν τῇ μακαρίᾳ Σουσάννῃ, μηδενὸς ὑπάρχοντος ἐν τῷ τόπῳ, θέλοντες τὴν ῥᾳθυμίαν ἑαυτῶν ἐκτελέσαι, αὕτη, συμβουλευσαμένη ἐν ἑαυτῇ τῷ λογισμῷ, εὐνούχισεν ἑαυτὴν διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Μετάφραση
Αυτό ακριβώς έπραξε και η μακαρία Σωσάννα, όταν βρέθηκε μόνη στον παράδεισο· διότι την έπιασαν οι δύο πρεσβύτεροι, θέλοντας να μοιχεύσουν μαζί της, παράνομοι γέροντες, μισητοί ενώπιον του Κυρίου. Σε αυτούς άλλωστε αναφερόταν και ο Σολομών, ή μάλλον ο Κύριος μέσω του Σολομώντος, λέγοντας ότι: «Τρία είδη ανθρώπων εμίσησε η ψυχή μου: τον μοιχό γέροντα, τον υπερήφανο φτωχό και τον ψεύτη πλούσιο»· βλέπεις, ότι όντως ήταν μισητοί ενώπιον του Κυρίου εκείνοι οι γέροντες; Όταν λοιπόν επιτέθηκαν στη μακαρία Σωσάννα, ενώ δεν υπήρχε κανείς απολύτως στον τόπο εκείνο, θέλοντας να εκπληρώσουν το φαύλο τους πάθος, αυτή, αφού διαβουλεύτηκε μέσα της με τον λογισμό της, ευνούχισε τον εαυτό της για χάρη της βασιλείας των ουρανών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες