Ἄλγος καρδίας καὶ πένθος καρδίας, γυνὴ ἀντίζηλος ἐπὶ γυναικί.» «Μὴ βουλεύου μετὰ τοῦ ὑποβλεπομένου σου.» «Ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηνάριον συνεφώνησας;» «Ὅπου ζῆλος καὶ ἐρίθεια, ἐκεῖ ἀκαταστασία καὶ πᾶν φαῦλον πρᾶγμα.» Φυλαξώμεθα, ἀδελφοὶ, τὸ πάθος τοῦ φθόνου· μὴ κοινωνοὶ τῶν ἔργων τοῦ ἀντικειμένου γενώμεθα, καὶ εὑρεθῶμεν τῷ αὐτῷ συγκαταδικαζόμενοι κρίματι. Εἰ γὰρ ὁ τυφωθεὶς εἰς κρῖμα ἐμπίπτει τοῦ διαβόλου, πῶς ὁ φθονερὸς τὴν ἡτοιμασμένην τῷ διαβόλῳ τιμωρίαν ἐκφεύξεται; Φθόνου γὰρ πάθος οὐδὲν ὀλεθριώτερον ψυχαῖς ἀνθρώπων ἐμφυτεύεται. Ὥσπερ γὰρ ἰὸς σίδηρον, οὕτως ὁ φθόνος τὴν ἔχουσαν αὐτὸν ψυχὴν ἐξαναλίσκει. Μᾶλλον δὲ, ὥσπερ τὰς ἐχίδνας φασὶ τὴν κυήσασαν αὐτὰς γαστέρα διεσθιούσας ἀπογεννᾶσθαι, οὕτως καὶ ὁ φθόνος τὴν ὠδίνουσαν αὐτὸν ψυχὴν πέφυκε δαπανᾷν. Λύπη γάρ ἐστι τῆς τοῦ πλησίον εὐπραγίας ὁ φθόνος. Διόπερ οὐδέποτε ἀνίαι, οὐδὲ δυσθυμίαι τὸν βάσκανον ἀπολείπουσιν. Εὐφόρησεν ἡ χώρα τοῦ πλησίον; εὐθηνεῖται πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν βίον ὁ οἶκος; θυμηδίαι τὸν ἄνδρα οὐκ ἐπιλείπουσιν; ταῦτα πάντα τροφὴ τῆς νόσου, καὶ προσθήκη τῆς ἀλγηδόνος ἐστὶ τῷ βασκάνῳ. Ἀνδρεῖός τίς ἐστι, καὶ εὐεκτεῖ; ταῦτα πλήττει τὸν βάσκανον. Ἕτερος χαριέστερος τῇ μορφῇ; ἄλλη πληγὴ τῷ βασκάνῳ. Ὁ δεῖνα τοῖς τῆς ψυχῆς προτερήμασι τῶν πολλῶν ὑπερέχει, ἐπὶ φρονήσει καὶ δυνάμει λόγων ἀποβλέπεται; καὶ ζηλοῦται.
Μετάφραση
«Πόνος καρδιάς και πένθος καρδιάς είναι η γυναίκα που ζηλεύει άλλη γυναίκα.» «Μη συμβουλεύεσαι αυτόν που σε κοιτάζει με φθόνο.» «Φίλε, δεν σε αδικώ· δεν συμφώνησες για ένα δηνάριο;» «Όπου υπάρχει ζήλια και φιλονικία, εκεί υπάρχει ακαταστασία και κάθε φαύλο πράγμα.» Ας φυλαχθούμε, αδελφοί, από το πάθος του φθόνου· ας μη γίνουμε μέτοχοι των έργων του αντιδίκου, και βρεθούμε να καταδικαζόμαστε με την ίδια καταδίκη. Διότι, αν αυτός που κυριεύεται από υπερηφάνεια εμπίπτει στην καταδίκη του διαβόλου, πώς ο φθονερός θα ξεφύγει από την τιμωρία που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο; Διότι κανένα πάθος πιο ολέθριο από τον φθόνο δεν εμφυτεύεται στις ψυχές των ανθρώπων. Όπως ακριβώς η σκουριά φθείρει τον σίδηρο, έτσι και ο φθόνος καταναλίσκει την ψυχή που τον έχει. Μάλλον δε, όπως λένε για τις έχιδνες ότι γεννιούνται κατατρώγοντας την κοιλιά που τις κυοφόρησε, έτσι και ο φθόνος από τη φύση του καταστρέφει την ψυχή που τον γεννά. Διότι ο φθόνος είναι λύπη για την ευημερία του πλησίον. Γι' αυτό ποτέ δεν εγκαταλείπουν τον φθονερό οι στενοχώριες και οι δυσθυμίες. Έδωσε καρπούς το χωράφι του πλησίον; Ευημερεί ο οίκος του σε όλα τα αγαθά του βίου; Οι χαρές δεν εγκαταλείπουν τον άνθρωπο; Όλα αυτά αποτελούν τροφή της νόσου και αύξηση του πόνου για τον φθονερό. Είναι κάποιος ανδρείος και έχει καλή υγεία; Αυτά πλήττουν τον φθονερό. Είναι άλλος πιο χαριτωμένος στην όψη; Άλλη πληγή για τον φθονερό. Ο τάδε υπερέχει από τους πολλούς στα προτερήματα της ψυχής, θαυμάζεται για τη φρόνησή του και τη δύναμη των λόγων του; Ζηλεύεται κι αυτός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες