Ἀλλ᾽ ἡμεῖς οὐκ ἐλεοῦμεν ἑαυτοὺς, ἀλλ᾽ ἐπενοήσαμεν, καθάπερ ἐχθροὶ ὄντες ἑαυτῶν, τῆς φυσικῆς ἀνάγκης καὶ ἀναπαύσεως μείζονα τυραννίδα, τὴν ἀπὸ τοῦ πλούτου ἀγρυπνίαν. Μέριμνα γὰρ, φησὶ, πλούτου, ἀφιστᾷ ὕπνον. Καὶ ὅρα πόση τοῦ Θεοῦ ἡ κηδεμονία· Οὐκ ἐπέτρεψε τῇ προθέσει τὴν ἀνάπαυσιν, οὐδὲ προαιρέσει τινὶ τὴν χρείαν τοῦ ὕπνου, ἀλλὰ φυσικαῖς αὐτὴν ἀνάγκαις κατέδησεν, ἵνα καὶ ἄκοντες εὐεργετώμεθα· τὸ γὰρ καθεύδειν, τῆς φύσεως. Ἡμεῖς δὲ ὡς σφόδρα ἑαυτοὺς μισοῦντες, ὡς ἑτέρους πολεμοῦντες καὶ θλίβοντες, τῆς φυσικῆς ταύτης ἀνάγκης μείζονα τὴν ἀπὸ τῶν χρημάτων ἐπενοήσαμεν τυραννίδα.
Μετάφραση
Αλλά εμείς δεν σπλαγχνιζόμαστε τον εαυτό μας, αλλά επινοήσαμε, σαν να είμαστε εχθροί του ίδιου μας του εαυτού, μια τυραννία μεγαλύτερη από τη φυσική ανάγκη και την ανάπαυση, την αγρυπνία εξαιτίας του πλούτου. Διότι, όπως λέει, η μέριμνα του πλούτου διώχνει τον ύπνο. Και δες πόση είναι η πρόνοια του Θεού: δεν άφησε την ανάπαυση στη δική μας διάθεση, ούτε την ανάγκη του ύπνου στην όποια προαίρεσή μας, αλλά την υπέταξε σε φυσικές ανάγκες, ώστε να ευεργετούμαστε ακόμη και παρά τη θέλησή μας· διότι ο ύπνος αποτελεί ιδίωμα της φύσεως. Εμείς, όμως, μισώντας τόσο σφοδρά τον εαυτό μας, σαν να πολεμούμε και να ταλαιπωρούμε κάποιους άλλους, επινοήσαμε την τυραννία που προέρχεται από τα χρήματα, η οποία είναι βαρύτερη από αυτή τη φυσική ανάγκη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες