ϛʹ. Ἀγαλλιῶνται οἱ ἅγιοι καὶ οἱ εὐσεβῶς ζῶντες, καὶ χαίρουσιν ἐπὶ τῇ τηρήσει τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ Πατέρα τὸν Θεὸν ἔχοντες αὐτοὶ καὶ κληρονόμοι τῶν μαρτυρίων αὐτοῦ γεγόνασι, καὶ ὡς πατρῴαν κληρονομίαν ταῦτα κατέχουσιν ἀγαλλιώμενοι· γλυκεῖα γὰρ ἡ τῶν γονέων κληρονομία. Διὰ τοῦτο δὴ καὶ ὁ προφήτης ἐπευχόμενος λέγει, ὅτι κλῆρον αἰώνιόν τε καὶ ἄσυλον τὰ μαρτύριά σου εἶναι πιστεύων, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τούτων ἀγάλλομαι καὶ εὐφραίνομαι. Ἔκλινα τὴν καρδίαν μου τοῦ ποιῆσαι τὰ δικαιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι᾽ ἀντάμειψιν. Τρυτάνῃ ἔοικε τὸ τῆς ψυχῆς βουλευτήριον· κατέχει δὲ τὴν τρυτάνην ὁ νοῦς, ἡγεμονεύειν λαχών. Ἐὰν τοίνυν τοῖς εὐσεβέσι προσθῆται λογισμοῖς, ἀνάγκη κλίνειν ἐπὶ τὸ ἄμεινον τὰ ζυγά. Τοῦτο δεδρακέναι ὁ προφήτης φησί. Καὶ οὐχὶ ποτὲ μὲν Ἔκλινα, ποτὲ δὲ οὔκ· ἀλλ᾽ Εἰς τὸν αἰῶνα, τουτέστι, πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου. Ἐν αὐτοῖς γὰρ ἀγαλλιῶμαι, εὑρίσκων τὴν ἀντίδοσιν, Ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη. Ταῦτα γάρ ἐστιν ἀντάμειψις. Ἀγαθὰ γὰρ τοῖς ἀγαθοῖς ἔκτισται. Παρανόμους ἐμίσησα, τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα. Τοὺς γὰρ παρανομεῖν ὑποτιθεμένους ἀποσεισάμενος λογισμοὺς, τὸν σὸν προτετίμηκα νόμον.
Μετάφραση
ΣΤ΄. Αγαλλιώνται οι άγιοι και όσοι ζουν με ευσέβεια, και χαίρονται για την τήρηση των εντολών του Θεού, και, έχοντας τον Θεό ως Πατέρα, έγιναν και οι ίδιοι κληρονόμοι των μαρτυρίων του, και τα κατέχουν αυτά με αγαλλίαση ως πατρική κληρονομιά· διότι είναι γλυκιά η κληρονομιά των γονέων. Γι' αυτό ακριβώς και ο προφήτης λέει προσευχόμενος, ότι, πιστεύοντας πως τα μαρτύριά σου είναι κλήρος αιώνιος και απαραβίαστος, με τη μνήμη αυτών αγάλλομαι και ευφραίνομαι. «Έκλινα την καρδιά μου στο να πράττω τα δικαιώματά σου εις τον αιώνα προς ανταμοιβή». Με ζυγαριά μοιάζει το βουλευτήριο της ψυχής· και τη ζυγαριά την κρατάει ο νους, στον οποίο έλαχε να ηγεμονεύει. Εάν, λοιπόν, προσκολληθεί στους ευσεβείς λογισμούς, αναγκαστικά θα γείρει προς το καλύτερο τη ζυγαριά. Αυτό δηλώνει ο προφήτης ότι έχει πράξει. Και όχι άλλοτε μεν «Έκλινα», και άλλοτε όχι· αλλά «Εις τον αιώνα», δηλαδή, όλες τις ημέρες της ζωής μου. Διότι σε αυτά αγάλλομαι, βρίσκοντας ως ανταπόδοση, «εκείνα που μάτι δεν είδε, και αυτί δεν άκουσε, και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν». Διότι αυτά αποτελούν την ανταμοιβή. Επειδή τα αγαθά έχουν δημιουργηθεί για τους αγαθούς. «Παρανόμους μίσησα, τον δε νόμο σου αγάπησα». Διότι, αποτινάσσοντας τους λογισμούς που υποβάλλουν την παρανομία, προτίμησα τον δικό σου νόμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες