Ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης. Τί γὰρ εἶδες, ἄνθρωπε, τὸν τελώνην ποιοῦντα; λῃστεύοντα; τοὺς ἀλλοτρίους πόνους συλῶντα; τὰ ἀλλότρια ληϊζόμενον; θερίζοντα, ἅπερ οὐκ ἔσπειρε; συνάγοντα, ὅθεν οὐ διεσκόρπισεν; ἁπλοῦντα τοῖς ὁδοιπόροις τὸ δίκτυον; Οὐδὲν τοιοῦτον τεθέασαι, ὦ Φαρισαῖε· ἀλλ᾽ ὁρᾷς σχῆμα ἐλεεινὸν, οἴκτου καὶ βοηθείας ἄξιον. Κεῖται γὰρ ἐπὶ πρόσωπον, βασανίζει τὸ στῆθος ὡς τῶν κακῶν ἐργαστήριον, ἐπᾶραι τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς οὐρανὸν οὐ τολμᾷ· τάχα καὶ παρ᾽ αὐτῶν τῶν ἀστέρων κατηγορίαν ἐκδέχεται, ἢ μᾶλλον νομίζει τῶν πλημμελημάτων τὸ πλῆθος γεγράφθαι ἐν τῷ στερεώματι· πόῤῥωθεν ἑαυτὸν ὡσεὶ δικασθεὶς τοῦ ἱεροῦ ἀπέστησε· τὸ, Ἐλέησον, κέκραγεν ὡς ἤδη καταδικαζόμενος. Οὐκ ἀνέγνως τὸ γεγραμμένον, ὅτι Μὴ παροργίσῃς ἄνδρα ἐν ἀπορίᾳ αὐτοῦ;
Μετάφραση
«Ή και σαν αυτόν τον τελώνη». Διότι τι είδες, άνθρωπε, να κάνει ο τελώνης; Να ληστεύει; Να κατακλέβει τους ξένους κόπους; Να λεηλατεί τα ξένα αγαθά; Να θερίζει ό,τι δεν έσπειρε; Να συνάγει από εκεί όπου δεν σκόρπισε; Να απλώνει δίχτυ στους οδοιπόρους; Τίποτε τέτοιο δεν είδες, ω Φαρισαίε· αντιθέτως, βλέπεις μια μορφή ελεεινή, άξια οίκτου και βοήθειας. Διότι είναι πεσμένος με το πρόσωπο στη γη, βασανίζει το στήθος του ως εργαστήριο των κακών, και δεν τολμά να σηκώσει τα μάτια του προς τον ουρανό. Ίσως μάλιστα να περιμένει κατηγορία ακόμη και από τα ίδια τα άστρα, ή μάλλον νομίζει ότι το πλήθος των αμαρτημάτων του έχει γραφτεί στο στερέωμα· απομάκρυνε τον εαυτό του μακριά από το ιερό σαν να είχε ήδη δικαστεί, και κραύγαζε το «Ελέησον» σαν να ήταν ήδη καταδικασμένος. Δεν διάβασες αυτό που είναι γεγραμμένο, «Μην εξοργίζεις άνθρωπο που βρίσκεται σε απόγνωση»;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες