Ὥσπερ θύρα στρέφεται ἐπὶ τοῦ στρόφιγγος, οὕτως ὁ ὀκνηρὸς ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ. Κρύψας ὀκνηρὸς τὴν χεῖρα ἐπὶ τὸν κόλπον αὐτοῦ, οὐ δύναται ἐπενεγκεῖν ἐπὶ τὸ στόμα αὐτοῦ.» «Ὁδοὶ καταφρονοῦντος ἐν ἀπωλείᾳ.» «Ἐν ὀκνηρίαις ταπεινωθήσεται ἡ δόκησις, καὶ ἐν ἀργίαις χειρῶν στενάζει οἰκία.» «Μὴ γίνου ταχὺς ἐν γλώσσῃ, καὶ νωθρὸς, καὶ παρειμένος τοῖς ἔργοις σου.» «Πολλὴν κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία.» «Προσελθὼν ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς, εἶπεν· Ὁ κύριος, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς σὺ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας, καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καὶ φοβηθεὶς, ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ. Ἴδε ἔχεις τὸ σόν· Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ· Δοῦλε πονηρὲ καὶ ὀκνηρὲ, εἰ εἶδες ὅτι σκληρός εἰμι ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρα, καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισα· ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ. Ἄρατε ἀπ᾽ αὐτοῦ τὸ τάλαντον, καὶ δότε τῷ ἔχοντι δέκα τάλαντα. Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται, καὶ περισσευθήσεται· ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος, καὶ ὃ ἔχει, ἀρθήσεται ἀπ᾽ αὐτοῦ. Καὶ τὸν ἄχρειον δοῦλον ἐκβάλλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον.
Μετάφραση
Όπως η θύρα στρέφεται πάνω στον μεντεσέ της, έτσι και ο οκνηρός πάνω στο κρεβάτι του. Όταν ο οκνηρός κρύψει το χέρι του στον κόρφο του, δεν μπορεί ούτε στο στόμα του να το φέρει. Οι οδοί του καταφρονητή οδηγούν στην απώλεια. Με την οκνηρία ταπεινώνεται η υπόληψη, και με την αργία των χεριών στενάζει η οικία. Μη γίνεσαι γρήγορος στη γλώσσα, αλλά νωθρός και χαλαρός στα έργα σου. Πολλή κακία δίδαξε η αργία. Πλησιάζοντας δε και εκείνος που είχε λάβει το ένα τάλαντο, είπε: «Κύριε, σε γνώριζα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, που θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες, και συνάγεις από εκεί όπου δεν σκόρπισες· και επειδή φοβήθηκα, πήγα και έκρυψα το τάλαντό σου μέσα στη γη. Δες, έχεις το δικό σου». Αποκρινόμενος ο κύριός του, του είπε: «Δούλε πονηρέ και οκνηρέ, εφόσον γνώριζες ότι είμαι σκληρός άνθρωπος, που θερίζω εκεί όπου δεν έσπειρα, και συνάγω από εκεί όπου δεν σκόρπισα· έπρεπε λοιπόν να καταθέσεις τα χρήματά μου στους τραπεζίτες, και όταν θα επέστρεφα εγώ, θα έπαιρνα το δικό μου μαζί με τον τόκο. Πάρτε, λοιπόν, από αυτόν το τάλαντο, και δώστε το σε εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα. Διότι σε καθέναν που έχει, θα του δοθεί και θα του περισσεύσει· από εκείνον όμως που δεν έχει, και αυτό που έχει θα του αφαιρεθεί. Και τον άχρηστο δούλο πετάξτε τον στο εξώτερο σκοτάδι».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες